Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Το κράτος δίπλα στον πολίτη


Επιτέλους οι αστυνομικοί προστατεύουν τον πολίτη-ψηφοφόρο, σε μια χώρα που έχει αυξημένη δημοκρατική και οικολογική συνείδηση. Ναι ναι δεν κάνω πλάκα, γιατί στη χώρα μας, να μην το ξεχνάμε αυτό, κάποτε δημοκρατικά ψηφίσαν και τα δέντρα. Άρα καλά κάνουν και το και το φυλάνε, τα δέντρα είναι πολίτες όπως όλοι μας, το κράτος επιτέλους είναι δίπλα στον πολίτη. Χώρια που όπως πάει η ΝΔ ίσως να ξαναχρειαστεί να ψηφίσουν.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Ο εμπορακος και το αυγο


Μια φορά και έναν καιρό στη Χώρα του Ραγιά...ήταν ένας εμποράκος, σαν αυτούς που υπάρχουν και στις άλλες χώρες. Αυτού του εμποράκου, του κυρ Παντελή την ιστορία, θα αφηγηθούμε σήμερα.
Ο κυρ Παντελής είχε ένα μαγαζάκι, ένα μικρο παντοπωλείο. Παιδί ακόμα μπήκε στο μαγαζί, να βοηθήσει τον πατέρα του. Πέρασε τα νιάτα του μέσα στο μαγαζί, αλλά πρόκοψε, έκανε λεφτά, πήρε σπίτι, παντρεύτηκε, απόκτησε μια όμορφη γυναίκα και δυο παιδιά, μια κόρη και ένα γιο καμάρι και συνεχιστή του.
Τα χρόνια πέρναγαν κι ο Παντελής εκεί, ήσυχος να κοιτάει τη δουλίτσα του, το στόχο του, να πάει καλά το μαγαζί να μαζέψει λεφτά, λεφτά για την προίκα της θυγατέρας, λεφτά για τις σπουδές του γιου. Σ΄όλη την οικουμένη πόλεμοι, αγώνες, άνθρωποι σκοτώνονται για το δίκιο, για την αλήθεια, για ψωμί κι ο Παντελής εκεί στο μαγαζί, όπως όλοι οι Παντελήδες αυτοί του κόσμου μέσα και έξω από τα παραμύθια...
Ο Παντελής δεν νοιαζόταν για αυτά, μόνο στην εκκλησία πήγαινε κάπου-κάπου, για τ΄αλισβερίσι του με το θεό, τόσες λαμπάδες, και ένα καλό παιδί στο Μαρακι μου, τόσες και δώσε γεια στο Γιάννη μου, τόσες να πάει καλά το μαγαζί...
Αλλά γύρισε ο τρόχος, ήρθαν δύσκολα χρόνια, στη γειτονιά πιο κάτω άνοιξε κι άλλο μαγαζί, μεγάλο, σουπερμάρκετ το λένε και το΄χει μέγας και τρανός μαγαζατορας, κι έχει κι άλλα πολλά ίδια μαγαζιά, σ' όλη τη Χώρα του Ραγιά...Κι έπειτα κι άλλα σουπερμάρκετ που τα χουν πολλοί, και τους λένε πολυεθνικές που έχουνε τέτοια πολλά σ' όλη την οικουμένη ...
Ο Παντελής δυσκολευόταν, τα βγάζε δύσκολα. Κι ο φορατζής των Αρχοντάδων να ζητάει όλο και περισσότερα. Κι ο Παντελής ξεκίνησε να σκέφτεται, να αναρωτιέται γιατί να γίνονται όλα αυτά; Και άκουσε κι άλλους Παντελήδες σαν κι αυτόν, νοικοκύρηδες να κλαίνε για το χάλι το δικό τους, και της Πατρίδας τους μαζί.
Μα οι καιροί δυσκόλεψαν και για άλλους, και για τους εργάτες, και για τους ξένους, που από καιρό τους είχανε φέρει οι Αρχόντοι και τους πήραν στη δουλεψή τους οι Παντελήδες, και για τους νέους που δεν έβρισκαν δουλειά.
Και ο Παντελής άκουγε στην αγορά τους νοικοκύρηδες να κατηγορούν τους Αρχόντους που φέραν ξένα μεγάλα μαγαζιά, που δεν κάνουν κάτι να σταματήσουν τους ξένους που κλέβουν τα σπιτικά μας κάθε μέρα. "-Θα μου πεις, πεινάνε και κλέβουν" σκέφτηκε ο Παντελής "-αλλά μήπως έχω να φάω εγώ; να δώσω και αυτούς...". Αυτοί λοιπόν τα φταίνε όλα, με τα μαγαζιά τους και τα κοπάδια πειναλέων που μας κουβάλησαν στην Πατρίδα.


Και τα πράγματα δυσκόλεψαν κι άλλο, και η ανέχεια έφερε απελπισία,κι η απελπισία έφερε οργή...Και οι νέοι με τους εργάτες βγήκαν στους δρόμους, μαζί τους κ΄οι ξένοι , δίπλα τους, και οι δικοί μας να τους λένε Αδέρφια... "Μα τι λένε;" σκέφτηκε ο Παντελής, "Αδέρφια τους; Αυτοί είναι ξένοι...". Κι όμως οι νέοι έδειχναν να τους λυγίζουν τους αρχόντους, οι πολλοί να νικούν τους λίγους, το νέο να γκρεμίζει το παλιό. Κάτι φαίνεται να αλλάζει...
Τότε ήρθαν τα στοιχειά, καταραμένα στοιχειά, μαύρα και έφεραν το χάος, την καταστροφή...Και καίγονταν πάρκα, και καίγονταν πλατείες και σχολειά, και καίγονταν και μαγαζιά, στην αρχή τα μεγάλα μαγαζιά, αλλά σιγά-σιγά η καταστροφή πλησίασε και τα μικρά...Και κάηκε το μαγαζί του Κυρ Παντελή καταστράφηκε μαζί μ΄άλλων Παντελήδων τα μαγαζιά. Κοντά στη φωτιά όμως ήρθε και η Λεηλασία, κοινοί κλέφτες και νηστικοί ανάκατα ρημάζουν όσα δεν μπορούσαν να ΄χουν. Και ο Παντελής απελπισία σκέτη, να στέκει ανήμπορος, βουβός, φοβισμένος, οργισμένος...
Την άλλη μέρα οι Αρχόντοι είπανε πως δεν υπήρξαν στοιχειά, πως ήταν οι νέοι κ΄οι ξένοι με μαύρα ρούχα που βαλαν τη Φωτιά... Κ΄οι νέοι είπανε πως ήταν οι Πραίτορες που φορούσαν μαύρα και βαλαν τη φωτιά, να ξεσηκώσουν τους νοικοκυραίους, να πνίξει η οργή την Ελπίδα...Κι ο Παντελής στη μέση να μην ποιον ξέρει να πιστέψει...
Πέρασε λίγος καιρός , ο Παντελής ξαναφτιάξε το μαγαζί, αλλά φοβάται... Στην αρχή φοβόταν τα στοιχειά, έπειτα φοβότανε τους ξένους, και τελικά φοβότανε ακόμα και τους νέους. Στην αρχή φοβόταν, αλλά σιγά σιγά έμαθε και να μισεί, να φοβάται και να μισεί τα πάντα... Αλλά είναι μόνος, και πιο πολύ φοβάται παρά μισεί, γιατί δεν έχει τη δύναμη να εκφράσει το μίσος του. Και ποιος θα μπορέσει να σώσει τον Παντελή από τα στοιχειά, από τους ξένους;


Και τότε φάνηκε ο Δούκας , που παλιά ήταν μεγάλος ηγεμόνας, δυνατός και η γενιά του είχε πολεμήσει με στοιχειά και ξένους και πολλές φορές τους νίκησαν μάλιστα.
Και ο ξεπεσμένος ηγεμόνας ήρθε, και μίλησε στον κόσμο που φοβόταν και μισούσε τα στοιχειά, και τους έμαθε να μισούν κι άλλο, γιατί μαζεύει αυτός στρατό να διώξει τα μιάσματα να καθαρίσει την Πατρίδα. Κι ο Παντελής τον άκουσε και πήρε θάρρος και φοβόταν λιγότερο, αλλά μισούσε το ίδιο...
Και πήγε ο ίδιος ο Δούκας και τον είδε εκείνο το ίδιο βράδυ, δεν ήταν αυτός ο άρχοντας σαν τους άλλους, τον συμπονούσε τον Παντελή, ήταν και αυτός το ίδιο αγανακτισμένος από την κατάντια της Πατρίδα τους που μάτωνε κάθε μέρα. Ο Δούκας υποσχέθηκε να βοηθήσει τον Παντελή άλλα του ζήτησε να μείνει σταθερός στην αγάπη του για την πατρίδα, και μάλιστα του έδωσε φεύγοντας
ένα μαγικό φυλακτό για τα στοιχειά...Ένα μικρο αυγό από φίδι, ένα φίδι μαγεμένο που το αβγό του εκκολάπτεται μόνο αν το φοράς κατάσαρκα κοντά στη καρδιά σου. Ένα φίδι που θα βγει όταν ξανάρθουν τα στοιχειά και θα τα διώξει. "Άλλα να μην ξεχνάς Παντελή, κατάσαρκα δίπλα στην καρδιά, πάντα..." ήταν οι οδηγίες του άρχοντα. Και ο Παντελής τις τήρησε...
Σαν πέρασε ο καιρός ξανάρθε η Ανέχεια, ξανάρθε η οργή, ξανάρθε ο ξεσηκωμός, αλλά γύρισαν ξανά και τα στοιχειά. Αλλά ήρθε και ο Δούκας με λευκοφορεμένο στρατό να βοηθήσει τους ανικάνους Πραίτορες και έδωσαν μάχες, και βγήκαν άνθρωποι πολλοί στις μάχες, μαζί και ο Παντελής και μέσα στο χαμό ο Δούκας έδωσε τη φοβερή διαταγή: "-Βγάλτε τα φίδια, ας αρχίσει ο Αγών μας να διώξουμε τα στοιχειά και τους ξένους!!!"...Και τότε έγινε χαλασμός ,τα αβγά άρχισαν να σπάνε και να βγαίνουν σιχαμερά ερπετά, που δαγκώνανε το ίδιο ανάκατα στοιχειά, τους ξένους και τους νέους... Ο Δούκας κέρδισε τη μάχη...
Την άλλη μέρα ο Παντελής θρηνούσε για το κακό που έκανε το φίδι του, που δεν σκότωσε μόνο τα στοιχειά και τους ξένους, μα σκότωσε νέους, γυναίκες και παιδιά, μωρά ακόμα μες στις κούνιες τους...Μα έκλαιγε και για κάτι που τον τρόμαξε, κάποια στιγμή μες τον πανικό του φάνηκε πως ένα απ΄τα στοιχειά είχε το πρόσωπο του γιου του...

Με τα μάτια τους και τα δικά μας


Μια φορά και έναν καιρό, σαν χτες μου φαίνεται...

Σε μια δυστυχισμένη χωρά, την Πατρίδα του Ραγιά, όλα πήγαιναν κατά διαβόλου. Στο δικό μας παραμύθι ο λαός πνίγεται μέρα με τη μέρα, τα 700 ευρώ δεν φτάνουν, η Παιδεία ξεπουλιέται, το Κράτος Πρόνοιας μας άφησε και πήγε διακοπές από καιρό...Η ανθρωπινή αξία και αξιοπρέπεια ξεφτιλίστηκε και εκφυλίστηκε. "Υπηρέτες" του θεού γίνονται μανατζαραίοι, υποψήφιες δημόσιες υπάλληλοι δίνουν τα κορμιά τους σε πιθήκους για μια μονιμότητα, μια σιγουριά. Εξήντα οκτώ άνθρωποι καίγονται ζωντανοί, σύγχρονα στοιχειά να θεμελειώσουν το όραμα του εργολάβου. Μαγεμένες ζαρντινιέρες σηκώνονται και σακατεύουν κόσμο, πιστόλια εκπυρσοκροτούν από μόνα τους...και σκοτώνουν...σκοτώνουν αγγέλους και φτωχοδιάβολους μαζί.

Το δικό μας παραμύθι είναι βίαιο,

Το δικό μας παραμύθι δεν είναι νανούρισμα,

Το δικό μας παραμύθι το ακούς για να ξυπνήσεις,

Το δικό μας παραμύθι δεν έχει χάπι εντ

Στο δικό μας παραμύθι ο Ραγιάς θυμώνει...

Το χρονικό της Θεσσαλονίκης.

Οι δυο από μας κατέβηκαν στην πορεία φτάσαμε στην καμάρα κατά τις 19:30, αφού χρειάστηκε να περπατήσουμε από τη Μπότσαρη ως το κέντρο, πλήθος κόσμου βάδιζε μαζί μας, και δεν ξέρω αν έτσι μου φάνηκε μα σχεδόν όλοι είχαμε αυθόρμητα κοινό προορισμό. Προλάβαμε την πορεία στο τέλος της και κολλήσαμε στην ουρά. Στην συμβολή Εγνατίας-Αγίας Σοφίας τα MacDonalds καίγονταν για μια ακόμη φορά...

Όλοι οι κάδοι στους δρόμους είχαν πάρει φωτιά. Η πορεία κατέβηκε την Αγ. Σοφίας και βγήκε Τσιμισκη. Καμία τράπεζα ανέγγιχτη. Σιγά σιγά βγήκαμε στη μέση της πορείας. Στην κεφαλή της πορείας αλλά και περιμετρικά της διαδήλωσης υπήρχαν κουκουλοφόροι. Θα αναφέρω κάποια περιστατικά συγκεχυμένα και εικονες ίσως χωρίς συνοχή, αλλά τις εντυπώσεις :

Πίσω απ την πορεία υπήρχε πυροσβεστική, αστυνομία πουθενά

Όλες οι τράπεζες καίγονται. Διαδηλωτές μάταια να προσπαθούν φωνάξουν άλλα συνθήματα πέρα από το γνωστό και ηλίθιο "Μπάτσοι-Γουρούνια-Δολοφόνοι". Ανθρώπους να προσπαθούν να περιφρουρήσουν την πορεία, μάταια όμως...Πολλά παιδιά με τις κουκούλες δεν ξεπερνούσαν τα 16-17. Κανείς απ την πορεία δεν ήθελε το σπάσιμο μικροκαταστημάτων, και σε δυο τρία μαγαζιά που έγινε το σιχτήρι πήγε σύννεφο. Πολλοί γύρω μου είναι φοβισμένοι. Ο κόσμος δείχνει απογοητευμένος από τις ανούσιες καταστροφές. Κάποια στιγμή η πορεία έφτασε κοντά στο υπουργείο. Μπάτσοι παραταγμένοι μπροστά. Οι κρετίνοι με τις κουκούλες που έχουν το θράσος να αυτοαποκαλούνται αναρχικοί πετάνε πέτρες. Μια φωτοβολίδα λάμψης απ το πουθενά φωτίζει όλο το δρόμο, έρχεται από ταράτσα πολυκατοικίας, δεν μπορούμε να δούμε τι γίνεται μπροστά. Όλα γίνονται γρήγορα, οι κουκουλοφόροι υποχωρούν άτακτα στα γύρω στενά. Βλέπω ένα δακρυγόνο να περνά ξυστά από το κεφάλι μιας κοπέλας...Η πορεία είναι ακάλυπτη...Τα δακρυγόνα πέφτουν συνέχεια...Μάταια προσπαθούν κάποιοι να συγκρατήσουν τον κόσμο...Το χάος μέχρι την πλατεία Αντιγονιδών τρομερό, βλέπω κόσμο να πέφτει κάτω, να κλαίει, να ξερνάει, μερικοί λιποθυμάνε, άνθρωποι κουβαλάνε ανθρώπους στα χέρια...

Ανασυντασσόμαστε στην πλατεία και βγαίνουμε Εγνατία, οι κουκουλοφόροι έχουν εξαφανιστεί, οι μπάτσοι είναι πίσω και μπροστά μας. Νέα δακρυγόνα λιγότερα όμως...Τα πνευμόνια μας έχουν πάρει φωτιά. Η πορεία δεν διαλύεται όμως. Όλοι μαζί κατεβαίνουμε Τσιμισκη... Οι φωτιές έχουν σβήσει. Μια γυναίκα μαζεύει τα αποκαΐδια της βιτρίνας στο μαγαζί της (απ τα ελάχιστα μη franchise που καταστράφηκαν). Βγαίνουμε καμάρα κα από κει ξανακατεβαίνουμε Τσιμισκη στα γραφεία του υπό κατάληψη δικηγορικού συλλόγου. Κάπου εκεί έφυγα.

Στην ουσία τι κάνανε και ποιον εξυπηρέτησαν οι σκατόμυαλοι; Ο συρφετός των ΜΜΕ στο σπίτι εκφράζει την "αγανάκτηση" του, υπερασπίζεται την Ελλάς Ελλήνων Καταστηματαρχών, οργίζεται για την "ανυπαρξία" του Κράτους. Αλήτες με γραβάτα Θεατρινίσκοι χαρτογιακάδες να απαξιώνουν ένα ολόκληρο κίνημα.

Στο δικό τους παραμύθι γενιές καταδικάζονται να ζουν με ψίχουλα, να ζουν χωρίς να ξέρουν τι τους ξημερώνει, να μπαίνουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Στο δικό τους παραμύθι άνθρωποι οδηγούνται στα κάτεργα εφόρου ζωής.

Στο δικό τους παραμύθι η Εργασία γίνηκε δουλεία.

Στο δικό τους παραμύθι ο αγώνας είναι αλητεία.

Στο δικό τους παραμύθι τα όνειρα πουλιούνται και αγοράζονται.

Ποιοι γραφούν το δικό τους παραμύθι; Διεφθαρμένοι πολιτικοί, στυγνοί εγκληματίες που δηλώνουν επιχειρηματίες, ανώμαλοι παπάδες, εντεταλμένοι δημοσιογράφοι που υπηρετούν μια αλήθεια τραβεστί. Γελοίοι δικτατορίσκοι υπερασπιζόμενοι τις αξίες και την καθαρότητα της φυλής. Μπάτσοι-Σερίφηδες πιστά σκυλιά, με το κουμπούρι πάντα έτοιμο για φόνο. Τραπεζίτες-Τοκογλύφοι βρικόλακες που μας καλούν σε εθελοντική αιμοδοσία.

Το δικό τους παραμύθι είναι εφιάλτης χωρίς τέλος...

Στο δικό μας παραμύθι το τέλος δεν γράφτηκε ακόμα.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Οι φωτιές που ΄κάψαν τα Χριστούγεννα!!!!


Κάηκαν τα Χριστούγεννα.
Αυτή ακριβώς ήταν η φράση που χρησιμοποίησε η παρουσιάστρια του έκτακτου δελτίου του Σκαϊ συγκλονισμένη από την εικόνα του φλεγόμενου δέντρου που είχε τοποθετήσει ο δήμος Αθηναίων για τους εορτασμούς των Χριστουγέννων.
Κάηκαν τα Χριστούγεννα;
Φοβερός συμβολισμός να καίγεται το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στενοχωρήθηκε η δημοσιογράφος η καημένη... Μα να καούνε τα Χριστούγεννα; Δεν ντρέπονται οι αχρείοι οι διαδηλωτές; Και με ποιο δικαίωμα ρε δουλικό της εξουσίας χρίζεις διαδηλωτές τους μπαχαλάκηδες; Άρχισαν οι αφέντες μας να σπαράσσονται για την περιουσία του μικρομεσαίου, και βάλανε τα σκυλιά τους να γαβγίζουν. Θα χαραχτεί για πάντα στο μυαλό μας η τραγική εικόνα του δέντρου λένε...Θα χαραχτεί για πάντα στο μυαλό μας το βομβαρδισμένο τοπίο στις πόλεις λένε...Η φωτιά θα αποτελειώσει τους ήδη κλονισμένους νοικοκύρηδες λένε... Θ΄αφήσει ανέργους πίσω της λένε... Για αυτή τη φωτιά ας λένε αυτοί.

Η φωτιά που μένει στα δικά μας μάτια είναι άλλη...

Η φωτιά που βάζουν οι αφεντάδες μας και καίει το μυαλό μας στο χαζοκούτι με τα τηλεσκουπίδια και τα σαχλοτράγουδα, και καταντά τους Ανθρώπους δίποδα...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας και έκαψε τη μισή χώρα πέρσι το καλοκαίρι και άφησε νεκρούς και απόγνωση...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας και κάνανε την Εργασία απασχόληση...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας και έκαναν την Παιδεία κατάρτιση...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας και έκαναν την Ισότητα και την Κοινωνική Αλληλεγγύη ανταγωνισμό...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας στα ασφαλιστικά ταμεία και τα ΄κάναν ομόλογα...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας στις λίμνες που γίνανε οικόπεδα...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας στην Ηθική και την ταυτίζουν με τη νομοτυπία...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας με επιδοτήσεις σε επιχειρήσεις για να φύγουν, να πάνε να βρουν αλλού φτηνότερους δούλους...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας στην Ομορφιά της χώρας μας και στη Φιλοξενία της και την έκαναν τουρισμό...
Η φωτιά που βαλαν οι αφεντάδες μας στην Δημοκρατία και την έκαναν άρτο και θεάματα...

Αυτή η Φωτιά μας καίει εμάς να πεις στ΄αφεντικά σου δούλε.

Η βία γεννά μονο βία


Η βία γεννά την βία και μόνο. Σε μια πατρίδα που σκοτώνει τα παιδιά της, ηθικά αλλά και κυριολεκτικά, όλες οι αξίες έχουν πάρει την κάτω βόλτα. Έχουμε δυστυχώς αναγάγει την ταξική πάλη σε τραμπουκισμό της γειτονιάς. Ναι οι μπάτσοι είναι τραμπούκοι δεν διαφωνώ, είναι όμως λύση να τους απαντάμε το ίδιο; Δεν είμαστε καλύτεροι άραγε από αυτούς; Σε μια κοινωνία όπου η αδικία ταυτίζεται με τη νομοτέλεια, ένας άνθρωπος όχι απαραίτητα νέος είναι φυσικό να οργίζεται και το μίσος να γεμίζει όλο του το είναι...
Έχουμε λοιπόν ανθρώπους που αντί για τη συλλογικότητα και την κριτική άποψη του κοινωνικού γίγνεσθαι, καταλήγουν στον τυφλό οπαδισμό με τα μυαλά καμένα. Άλλο το να κάψεις μια τράπεζα (όχι ότι θα αλλάξει κάτι αλλά καψτην την πουτάνα), και άλλο να κάψεις το μαγαζί του κάθε κρετίνου που την έχει δει αφεντικό. Και δεν διαχωρίζω μικρά και μεγάλα αφεντικά όλα τα γουρούνια την ίδια μύτη έχουν.
Ένας είναι ο τρόπος και είναι ο μόνος που τους πονάει. Όσο και αν ακούγεται γραφικό και ξεπερασμένο ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΑΝΤΟΥ, καταλήψεις σε όλους τους δημόσιους και χώρους επιχειρήσεων, μόνο αυτό τους πονάει, ο μπάτσος για μας είναι γουρούνι για αυτούς απλώς αναλώσιμος άρα δεν υπάρχει λόγος ούτε να ασχοληθώ μαζί του ούτε να του κάψω το τμήμα και να του δώσω την αξία που δεν έχει.
Ανοργάνωτα και τυφλά χτυπάει μόνο ο όχλος, και τέτοιους μας θέλουνε όχλο, κοπάδια παραζαλισμένων, οργισμένων καταναλωτών, ανίκανα να δώσουν ένα ισχυρό χτύπημα στο σάπιο κατεστημένο. Όσες βιτρίνες και να σπάσεις ούτε το σχολείο θα ξαναγίνει δημόσιο ούτε το νοσοκομείο ούτε το λιμάνι και οι δρόμοι. Η εξουσία απ΄την άλλη έχει ολόκληρο μηχανισμό που δρα εναντίον σου κάθε μέρα. Είναι καιρός να αντικατασταθεί το γελοίο και εύκολο προς τη χώνεψη σύνθημα "Μπάτσοι-Γουρούνια-Δολοφόνοι" με το "Τρεις και εξήντα παίρνεται και τον κόσμο δέρνεται".

"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ' τις σφαίρες μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου θα ' ναι μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων. Κάθε χειρονομία σου θα 'ναι για να γκρεμίζει την αδικία. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις, ούτε στιγμή να ξεχαστείς. Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε. Μια στιγμή αν ξεχαστείς, αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στη δίνη του πολέμου, έτσι και σταματήσεις για μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη απ' τις φωτιές. Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι μπρος στα ντουφέκια!"

Τάσος Λειβαδίτης
Free Hit Counter