Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Και τώρα βουρ στα μαγαζιά!!!




Μπράβο στον Υπουργό ΠΡΟΠΟ... Μπάτσοι – Διαδηλωτές σημειώσατε ένα!

Μπράβο λοιπόν, και σβέλτα τώρα που κρατήσαμε την ειρήνη της δημοκρατίας μας, ας τσακιστούμε όλοι στα μαγαζιά, χριστούγεννα έρχονται... Ας μπούμε λοιπόν στο κλίμα και ας ΑΓΟΡΑΣΟΥΜΕ... Να σωθει η οικονομία, να κινηθεί το χρήμα ρε αδερφέ...

Και μην αγχώνεστε το άδειο των ματιών μας δεν είναι η αφασία ενός χάνου, ηρεμία είναι... Α και μη δίνετε σημασία στον μπάτσο δίπλα στην βιτρίνα των παιχνιδιών που θα αγοράσετε για το παιδάκι σας, είναι εκεί για το καλό μας...


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Η Ξένη





Μια φορά και έναν καιρό στη χώρα του Ραγιά ήταν μια γυναίκα, η Ξένη. Αυτή η γυναίκα δεν είχε γεννηθεί στη χώρα των Ραγιάδων, αλλά είχε μεταναστεύσει εκεί ψάχνοντας ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και το παιδί της...

Σαν ήρθε στη χώρα του Ραγιά έπιασε δουλειά σε μια αποθήκη ενός μεγάλου μαγαζιού. Εκεί η Ξένη άρχισε να παλεύει για την καινούργια της ζωή, μα τα αφεντικά άλλα είχαν συμφωνήσει με τους εργάτες για την πληρωμή και άλλα έκαναν... Με δόλο κατάφεραν τους εργάτες να υπογράψουν διαφορετική συμφωνία και τους κλέψανε κομμάτι του μισθού τους... Οι εργάτες θύμωσαν, πληγώθηκαν, αλλά μπροστά στην ανάγκη τους έσκυψαν τοκεφάλι και δεν είπαν τίποτα... Μονάχα η Ξένη μίλησε, ζήτησε τα λεφτά που είχε συμφωνήσει στην αρχή και όπωςήταν φυσικό τα αφεντικά της, την έδιωξαν.

Μάλιστα τα αφεντικά της μιλήσανε και σε άλλα αφεντικά για τη συμπεριφορά της και το θράσος της, και η Ξένη δεν μπορούσε να βρει δουλειά και δυσκολεύοταν να τα βγάλει πέρα...

Ψάχνοντας για δουλειά η Ξένη, αντίκρυζε μόνο κλειστές πόρτες και η αλήθεια είναι πως είχε άρχισει να απελπίζεται... Και τότε άκουσε για τον Εργολάβο.

Ο Εργολάβος είχε μια εταιρεία και αναλάμβανε δουλειές για το Κράτος. Μάλιστα κάποιοι λένε πως ο Εργολάβος ήταν και φίλος των Αρχόντων ή τους δωροδοκούσε για να του δίνουν τα έργα που έπρεπε να φέρει εις πέρας. Έτσι λοιπόν η Ξένη χτύπησε και την πόρτα του Εργολάβου μπας και την πάρει για δουλειά, και ναι, αυτός την πήρε.

Η νέα δουλειά της Ξένης ήταν να καθαρίζει μαζί με άλλες γυναίκες τους κοινόχρηστους χώρους των Ραγιάδων. Ο μισθός ήταν μικρός αλλά η Ξένη είχε ανάγκη και συμβιβάστηκε, έτσι συνέχισε να παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και το παιδί της.

Ώσπου μια μέρα, ο Εργολάβος αποφάσισε ότι δεν έβγαζε αρκετά, και είπε να μειώσει κι άλλο τον ήδη μικρο μισθό των καθαριστριών. Αλλά για μην μειωθούν και τα χρήματα που έπαιρνε απ το Κράτος για να κάνει τη δουλειά, έπρεπε και οι καθαρίστριες να υπογράψουν σε χαρτί ότι παίρνουν τα ίδια και όχι πως μειώθηκε ο μισθός τους. Με τους Αρχόντους ο εργολάβος τα είχε βρει και ήξερε πως ενώ γνώριζαν την άπατη, δεν θα λέγανε τίποτα αφού κάποιοι ήταν φίλοι του και τους άλλους τους είχε πληρώσει, για το τι θα έλεγαν οι Ραγιάδες αν μαθαίνανε την άπατη του δεν φοβόταν, γιατί και δεν ήταν εύκολο να μαθευτεί, και γνώριζε πως οι Ραγιάδες κατά βάθος ήταναδιάφοροι με τη δυστυχία των άλλων, πόσο μάλλον με την Ξένη και τις όμοιες της που κουβαλήθηκαν απ τιςπατρίδες τους...

Όμως η Ξένη μίλησε ξανά, αντιστάθηκε στην αδικία, και όχι μόνο αυτό αλλά την στηρίξανε και οι συνάδελφοιτης... Με τη βοήθεια των ανθρώπων που τη στηρίζανε η φωνή της πήρε δύναμη, ακουγότανε πιο πολύ τώρα, μάλιστα κάποιοι Ραγιάδες την ακούσανε, και ίσως από ντροπή για το δικό τους σκυμμένο κεφάλι την έβλεπαν με συμπάθεια, και διαμαρτυρότανε στους Αρχόντους για την αδικία του Εργολάβου...

Βλέποντας ο Εργολάβος πως η φωνή της Ξένης δυνάμωνε και ίσως να του ξεφύγει η κατάσταση, αποφάσισε να κλείσει της το στόμα... Στην αρχή προσπάθησε να την κάνει να σιωπήσει προσφέροντας της λεφτά, αλλά η Ξένηαρνήθηκε. Ο Εργολάβος θύμωσε, αυτός με τα λεφτά του εξαγόραζε Άρχοντες και να του αντιστέκεται μια δούλα... Έτσι στην αρχή την απείλησε, όχι ο ίδιος, αλλά πλήρωσε κάτι καθάρματα να το κάνουν για λογαριασμό του. Ότανείδε πως η Ξένη δεν λυγίζει, έστειλε τα καθάρματα που την απειλούσαν να την κάνουν να σωπάσει...

Έτσι ένα χειμωνιάτικο βράδυ όταν η Ξένη γυρνούσε απ τη δουλειά, κάποιοι μέσα στην νύχτα της επιτέθηκαν με βιτριόλι, της το έριξαν στα μάτια και στο πρόσωπο για να την σημαδέψουν, να φαίνεται ποια θα ναι η τύχη του επόμενου που θα αντισταθεί στους δυνατούς αυτού του κόσμου, την ανάγκασαν να το πιει, να σβήσει η φωνή πουφωνάζει για τις βρωμιές τους... κι αν έσβηνε και η ίδια απ΄ το δηλητηριο που την εβαλαν να πιει θα ταν ακομα καλυτερα...

Η επίθεση δυστυχώς για τον Εργολάβο μαθεύτηκε, και κάτω απ την πίεση μερικών Ραγιάδων, οι Άρχοντεςέστειλαν τους Φύλακες να ερευνήσουν τι είχε συμβεί. Ο Εργολάβος στην πραγματικότητα δεν ανησύχησε, γιατί όπως είπαμε και πριν τα είχε βρει με τους Άρχοντες, έτσι οι φύλακες είπανε τάχα πως ήταν ερωτικό έγκλημα, μααφού δεν έπεισαν κανένα έκαναν πως ψάχνουν να βρουν αυτούς που επιτέθηκαν στην Ξένη, για να θολώσουν τα νερά στα μάτια των Ραγιάδων...

Έτσι πέρασε καιρός, και κάποια μέρα οι Άρχοντες, για να δείξουν πως τάχα λυπήθηκαν την Ξένη, της χάρισαν ένα σπίτι, ίσως και να ΄χαν τύψεις, ποιος ξέρει, της υποσχέθηκαν μάλιστα ότι θα βρουν τον ένοχο... Έτσι έζησε η Ξένηστο σπίτι της καλά από δω και πέρα, και ο Εργολαβος καλυτερα με την καλυψη των Αρχοντων... Μονάχα οι Ραγιάδες, όσοι τουλάχιστον απ αυτούς είχαν φιλότιμο, σκύψαν το κεφάλι τους πιο χαμηλά, όχι μονάχα απο το φόβο που νοιώθουν πάντα, μα κι από ντροπή...


Κι εγώ, που η φωνή μου, Ξένη, είναι το ίδιο αδύναμη με τη δικιά σου, έτσι που στη χαμηλώσανε, μόνο ένα θέλω να πω : Συγνώμη.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ποια κολέγια ρε;




Έχω εκνευριστεί αφάνταστα με όλη την συζήτηση για την αναγνώριση ή όχι των κολεγίων, και για ταεπαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους... Κάθε μέρα στην κρατική τηλεόραση (ΝΕΤ) αναφέρεται τοθέμα, γιατί η χώρα πληρώνει πρόστιμα για τη μη αναγνώριση τους.

Μια ερώτηση προς τους αγαπητούς δημοσιοκάφρους: Υπάρχουν σχολές ΤΕΙ οι οποίες δεν δίνουν επαγγελματικά δικαιώματα στους απόφοιτους τους εδώ και είκοσι χρόνια και το κάνετε γαργάρα; Γιατί;

Στη χώρα μας για παράδειγμα ένας πτυχιούχος του τμήματος Αυτοματισμού, δεν έχει δικαίωμα υπογραφής, ούτε να ασφαλιστεί καν σαν μηχανικός αυτοματισμού (ασφαλίζεται συνήθως σαν ηλεκτρολόγος...), στην Γερμανία ο ίδιος απόφοιτος ελληνικού ΤΕΙ, έχει τα ίδια δικαιώματα με τον εκεί πτυχιούχο και μάλιστα χωρίς να περάσει το εκεί ΔΟΑΤΑΠ (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ).

Αυτά τα ωραία λοιπόν, και οι πουλημένοι στο γυαλί μιλάνε μόνο για τα κολλέγια...

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Εκλογες 2009 Συμπερασματα


Πανε και οι εκλογες τελος, παει και η επαρατος δεξια ηρθαν οι σοσιαληστες στην εξουσια... το “παιντί” μεγαλωσε και απο Γιωργακης εγινε Γιωργος, απο εκει που δεν ηξερε ελληνικα εγινε κοσμοπολιτης... οι ιδιοι που τον χλευαζανε τωρα τον στηριζουν...

Ενταξει ετσι κι αλλοιως η εξαρτηση των δυο μεγαλων κομματων απο συμφεροντα δεν ειναι κατι κρυφο, αλλα θελω να εχω την ελπιδα πως το “παιντί” εχει κοτσια, μνημη και φιλοδοξια... Αυτα τα χαρακτηριστικα θα ηθελα να δειξει ο Γ. Παπανδρεου, μνημη για να μην ξεχασει ποιοι θελανε να τον φανε το 2004, και δεν μιλω για τους πολιτικα υφισταμενους τους (βλεπε Βενιζελο), κοτσια για να τους ανταποδωσει τα ισα, και τελος φιλοδοξια, να θελει να συνδεσει το ονομα του με καλυτερες μερες για τη χωρα... Αν και βλεποντας στο σκοτεινο και προσοδοφορο απο μιζες Υπουργειο Αμυνας τον Βενιζελο αρχισα ηδη να αμφιβαλλω...

Βλεποντας τους Πασοκους με το παλιο γνωστο υφακι στα καφενεια, το στυλακι “τωρα εγω ειμαι στα πραγματα” (παρεπιπτοντως θεωρω οτι η συγκεκριμμενη φραση, αποτελει την καλυτερη περιγραφη της πολιτικης αποψης του μεσου νεοελληνα), μου χει γυρισει τ' αντερα... Αει στο διαολο πια, δεν ειναι καμαρι να εισαι λαμογιο, ντροπη ειναι... Επισης αν ο Μαρξ ειχε δει το σοσιαλισμο του ΠΑΣΟΚ στην Ελλαδα για μια εικοσαετια θα ειχε φαει το μουσι του...

Για τη ΝΔ, οτι και να πω λιγο ειναι... Τους ευχαριστουμε που ξεκουμπιστηκαν, ειδικα τον νεοφιλευθερο κυριο Αλογοσκουφη... Πραγματικα αφου δηλωνουν και “πατριωται”, ας διαλυσουν το μαγαζι και θα προσφερουν τη μεγιστη υπηρεσια στη χωρα... Λενε οτι πρεπει η παραταξη να επαναπροσδιορισει το ιδεολογικο της στιγμα... Κολοκυθια, η κονομα δεν εχει ιδεολογια...

Ειδαμε και το αυγο του φιδιου να μεγαλωνει, ο Καρατζαφερης ισως και να ειναι ο μονος πραγματικα κερδισμενος αυτη τη φορα και αν διαλυθει και η ΝΔ ποιος τον πιανει... Τσαντιστηκα αφανταστα οταν ειδα μελη της χρυσης αυγης σε καφενειο στο χωριο μου να προπαγανδιζουν τα σκατα που κουβαλανε στο κεφαλι τους, τετιοι ποτε δεν ειχαν εμφανιστει στην επαρχια στην επαρχια. Αμα αθροισουμε τους ψηφους τους ειναι τετρακοσες χιλιαδες περιπου, δεν ειναι και ασχημα ετσι; Ας μην ξεχναμε οτι και ο Μουσολινι με τον Χιτλερ με εκλογες βγηκανε...

Και τωρα παμε στην αριστερα, ολοι μιλανε για νικη, επιτυχια και να χαμε να λεγαμε... Ξυπνατε ρε!!! Σε ενα περιβαλλον ακρως ευνοικο, με την οικονομια να καταρρεει, τον κοσμο να φοβαται τι θα του ξημερωσει αυριο, η Αριστερα πηρε 880 χιλιαδες ψηφους... μην πει κανεις πως αυτο ειναι επιτυχια. Απεναντι τους ειχαν το ετοιμορροπο ιδεολογημα της ελευθερης αγορας, και αυτοι απετυχαν να πεισουν τον κοσμο... Βεβαια ειναι και θεμα παιδειας του λαου που ειναι εγκλωβισμενος στα νυχια του δικομματισμου και αλλα τετοια. Γιατι βλεπεις ο Λενιν στη Ρωσια απευθυνθηκε σε ενα εθνος διανοουμενων το 1917... Βεβαια βλεποντας την κατασταση με ρεαλισμο καλα τα πηγανε, αλλα δεν γινεται να δηλωνεις κυνηγος της ουτοπιας και να συμβιβαζεσαι με ρεαλιστικες δικαιολογιες...

Ολες οι δυναμεις της Αριστερας απο το ΚΚΕ μεχρι την ΟΑΚΚΕ ειναι κινηματα εναντια στην αδικια αυτου του καπιταλισμου, ας κοιταξουν να βρουν τι τους ενωνει και οχι τι τους χωριζει. Το μεριδιο αυτης της αποτυχιας το εχουν εξισου και το ΚΚΕ και οι υπολοιποι, το ΚΚΕ πρεπει να παραδεχτει απλα τα λαθη του και να αποβαλλει τις μεσσιανιστικες του αντιληψεις, οι υπολοιποι καλο θα ηταν να βγουν απο τους μικροκοσμους τους και να καταλαβουν οτι το συστημα δεν πεφτει με αφισες, μπλογκ και συζητησεις σε “αλτερνατιβ” καφετεριες... Βλεποντας ντοκυμαντερ με τους Ζαπατιστας δεν γινεσαι επαναστατης... Οι ανανεωτικοι ας πανε στο ΠΑΣΟΚ να τελειωνουμε, ή εισαι κοντρα στον καπιταλισμο ή οχι, τερμα τα μισολογα.

Επισης οσον αφορα το ΚΚΕ, αν εχει στοχο την εξουσια εχει δυο δρομους ή την επανασταση (εδω γελαμε) ή την αλλαγη επικοινωνιακης τακτικης, γιατι εκει παιζεται το παιχνιδι στις αστικες δημοκρατιες, δεν βλαπτει μια προσπαθεια...

Η ευθυνη της Αριστερας ειναι μεγαλυτερη απο οσο φανταζεται, η ΝΔ εχασε μεγαλο μερος της δυναμης της που μετατοπιστηκε δεξιοτερα... το ΠΑΣΟΚ εχει τους ιδιους ψηφους με το 2007 σε απολυτους αριθμους 3 εκ περιπου... Ο κοσμος παει ή στην αδιαφορια ή στην αγκαλια του Καρατζαφερη και των ομοιων του...

Κλεινοντας τρεις ερωτησεις που αφορουν τον ΓΑΠ:

1ον) Ισχυει ακομα η δηλωση περι ανασφαλιστης εργασιας για τους νεους;

2ον) Θα σταματησει η αγορα εξοπλισμων μπας και περισσεψει κανα φραγκο για κοινωνικη πολιτικη;

3ον) Θα σταματησει η νεοφιλευθερη πορεια της χωρας που ξεκινησε απο το 91;

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Μια Σοσιαληστίκη Οικογένεια... Μέρος 2ο

Ο Αντρεας Παπατζης, το δευτερο και σημαντικοτερο μελος, αυτης της μεγαλης οικογένειας που κυβέρνησε τη χωρα του Ραγια, ειναι ο ηρωας του παραμυθιου μας αυτη τη φορα. Ο Αντρεας αγαπηθηκε οσο λιγοι απο τους Ραγιαδες, τον λατρεψανε τον κανανε σχεδον μυθο... ηταν ο Αντρεας τους, ο Αρχοντας που του μιλουσες στον ενικο...

Ο Αντρεας λοιπον σπουδασε δικηγορος σαν τον μπαμπα του το Γερο, αλλα συληφθηκε απο την δικτατορια του Λινατσα και επειτα, κατεφυγε στον Νεο Κοσμο... Εκει ο Αντρεας, οσο ο πατερας του συνεχιζε του εκδημοκρατισμου των Ραγιαδων, εξελιχθηκε σε αναγνωρισμενο πανεπιστημιακο δασκαλο με παγκοσμια φημη. Υπηρξε δασκαλος σε μερικα απο τα καλυτερα σχολεια ολης της οικουμενης.

Ωσπου μια μερα τον καλεσε ο Εθναρχης, ναι ο Εθναρχης και οχι ο μπαμπας του ο Γερος, για συμβουλο στην Τραπεζα των Ραγιαδων, αφου ηταν αναγνωριμενος επιστημονας. Ετσι πηρε λοιπον τη φαμιλια του ο Αντρεας και να σου τον στους Ραγιαδες, εγινε βουλευτης, επειτα υπουργος, μεχρι που παραιτηθηκε, γιατι μπλεχτηκε το ονομα του σε ενα πολιτικο- στρατιωτικο σκανδαλο...

Λιγο μετα ηταν που ο Γυψος κατελαβε την εξουσια, συνελαβε και τον Αντρεα μας, αλλα μετα απο πιεσεις του Νεου Κοσμου τον αφησε ελευθερο...

Ετσι ο Αντρεας στα βηματα του μπαμπα του, αφησε τους Ραγιαδες, να τα βγαλουν περα με τον Γυψο, και λογο της καταρας της αυτοεξοριας των μεγαλων, πηγε και εκανε αντισταση στον βορα, οχι της χωρας αλλα της Ηπειρου... Τωρα τι αγωνας ειναι αυτος; Δεν ξερω, αλλα εγω ειμαι μικρος και αυτοι μεγαλοι, και για να γιναν τετιοι κατι παραπανω ξερανε απο “αγωνες”... Επισης τοτε το εσκασε και ο Εθναρχης με ψευτικο ονομα και αυτοεξοριστηκε και αυτος...

Τον Αντρεα μας τον βρηκε στον παγωμενο βορα ενας απο τους πρωταγωνιστες του τριτου μερους της ιστοριας μας, ο Λαδεμπορας, και μαζι ιδρυσανε την αντιστασιακη οργανωση Π.Α.Κ (Πισω Απομειναν Κοροιδα). Στην ξενιτια λοιπον οι αγωνιστες μας γραφανε προκυρηξεις, καταγγελιες, πινανε τσαγια και τετοια αγωνιστικα... και αντισταθηκανε στον Γυψο...

Οταν καποτε επεσε αυτος, γυρισανε στη χωρα του Ραγια να σωσουν τον τοπο (αν και μαλλον για τους Ραγιαδες ισως το να μενανε στην ξενιτια οι σωτηρες να ηταν η μονη σωτηρια...). Επρεπε ομως να νικησουν και τον Εθναρχη που τους εφαγε στη στροφη και ειχε κατσει πρωτος στο σβερκο των Ραγιαδων... Τους ειχε βαλει και στην Ενωση ( η οποια ειναι η ενωση ολων των χωρων της Ηπειρου της Γριας, στην οποια οι Αρχοντες ολων των χωρων κλεβουνε του ραγιαδες τους...), και ειχε παραχωρησει στρατιωτικες βασεις στο Νεο Κοσμο. Αυτα λοιπον τα εκανε σημαια ο Αντρικος, αυτα και τα περηφανα νιατα με τα τιμημενα γηρατεια, και του την εσκασε του Εθναρχη...

Και τοτε εφερε την ΑΛΛΑΓΗ!!!!!!!!

Εφυγαν απο την εξουσια οι καταραμενοι εθνικοφρονες και αναλαβαν τα παιδια της αλλαγης, και πραγματι στις αρχες ο Αντρεας δεν χαλασε χατηρι στους Ραγιαδες, εδωσε μισθους, συνταξεις, εφτιαξε συστημα Υγειας για ολους ( και σε αυτο δεν εχω καμια ειρωνικη διαθεση, με ολα τα χαλια του το ΕΣΥ δεν σε αφηνει να πεθανεις αβοηθητος στο δρομο ), βεβαια ουτε απο την Ενωση τους εβγαλε, ουτε τις βασεις του θανατου εδιωξε...

Μαλιστα πηρε και μεγαλα δανεια (τα οποια στην Ενωση τα λενε επιδοτησεις...), για να αναπτυξει τη Χωρα του Ραγια, αλλα προτιμησε να αναπτυξει πρωτα τους φιλους του... Εκανε και κλαδικες οργανωσεις για καθε επαγγελμα και εβαλε σ΄ αυτες δικους του ανθρωπους, Σοσιαληστες... Η κυρια δουλεια αυτων των τυπων ηταν να ελεγχουν την Σοσιαληστοσυνη οποιου ηθελε δουλεια, και αν ηταν αρκετα Σοσιαληστης θα εβρισκε... Ο μπαμπας του Αντρεα πηγε να βαλει χερι μονο σε καθηγητες και κατι λιγους, αλλα ηταν απλα Δημοκρατης, ενω ο ιδιος σαν Σοσιαληστης εβαλε χερι στους παντες...

Ετσι γεμισανε οι κρατικες υπηρεσιες Σοσιαληστες, ο Αντρεας επαιρνε δανει και ταιζε τους φιλους του, η χωρα πηγαινε μπροστα και Ραγιαδες ζουσαν καπως καλυτερα...

Ωσπου πιαστηκε ενας φιλος του Αντρικου να κλεβει... Ο Αντρεας ελεγε πως ξενοι εχθροι και σκοτεινες δυναμεις τον πολεμουσαν... και ισως και να επειθε τους Ραγιαδες για αυτα, μα οι πολιτικοι του αντιπαλοι ζητησαν την παραπομπη του σε δικη. Οι Ραγιαδες δεχτηκαν την προταση των πολιτικων ατιπαλων του Αντρεα να τον δικασουν, ισως να ειναι και ο μονος λαος που δικασε τον ανωτατο αρχοντα του (μακαρι να καταλαβαιναν ποση δυναμη ειχαν οι Ραγιαδες και θα δικαζανε πολλους) ... Εστω και με πονο τον δικασαν, και φυσικα... αθωωθηκε. Αυτη η περιπετεια του κοστισε την υγεια της καρδιας του, και τη διακυβερνηση των Ραγιαδων... Αλλα του χαρισε μια γυναικα με τα μισα του χρονια και εδωσε στους Ραγιαδες λογους να τον περιγαλανε και να τον καμαρωνουν ταυτοχρονα...

Την εξουσια την πηρε ο Γρουσουζης για τρια χρονια (ενας απο τους αποστατες που ριξανε το μπαμπα του Αντρεα στην κοντρα του με το Βασιλια), τρια χρονια που ηταν αρκετα για τον Αντρεα να ανασυνταχθει... Μετα απο αποστασια στον Γρουσουζη απο δικους του... (ρε τι ωραια επαναλαμβανεται η ιστορια ωρες ωρες;) ... ο Αντρεας ξαναρθε στην εξουσια μαζι με την νεα του κυρια, αλλα καταπονημενος πια αρρωστησε και παλι... Και παρα τις προσπαθειες της νεας του συντροφου και των φιλων μαγων του, παρα τις επισκεψεις σε θαυματουργα νησια τελικα υπεκειψε και αυτος στον μονο πραγματικα μεγαλο Αρχοντα, το Χαρο.

Μα πριν πεθανει σαν κορακια οι διαδοχοι του τρωγοτανε πανω απο το κρεβατι του, να δουνε ποιος θα παρει την εξουσια να σωσει τους Ραγιαδες... Αλλα αυτο ειναι η αρχη του 3ου μερους...

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Μια Σοσιαληστίκη Οικογένεια... Μέρος 1ο



Μια φορά και έναν καιρό, στην χώρα του Ραγιά, ήταν μια οικογένεια, η οικογένεια Παπατζή... Την ιστορία αυτής της οικογένειας θα ξηστορήσουμε σ΄αυτό το παραμύθι, γιατί οι Παπατζήδες κυβέρνησαν για τρεις φορές τη χώρα του Ραγιά και μάλιστα την πήγανε μπροστά... Πολύ μπροστά...

Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα απ την αρχή, απ τον γενάρχη Γεώργιο Παπατζή... Ήτανε γιος παπά, παιδί προκομμένο διαβαστερό, τα παίρνε τα γραμματέα και σπούδασε δικηγόρος. Μέτα τις σπουδές του ανακατεύτηκε με την πολιτική, τάχθηκε στο πλευρό του μεγάλου Φιλελεύθερου, και μετά από περιπέτειες, εξορίες και αγώνες κατάφερε να γίνει και υπουργός. Πρέπει να πούμε όμως κάποια πράγματα και για την εποχή και για τον ίδιο τον Γεώργιο Παπατζή για να παρακολουθήσουμε καλύτερα την ιστορία μας... Τον καιρό εκείνο η Χώρα του Ραγιά ήτανε ως συνήθως διχασμένη σε δυο στρατόπεδα, το ένα του Βασιλιά και το άλλο του Φιλελεύθερου... υπήρχε και ένα τρίτο βέβαια, που είχε μαζέψει φτωχούς, αγρότες, πρόσφυγες και άλλους ψοφοδεείς, οι Κόκκινοι, αλλά προς το παρόν ήταν λίγοι, επιπλέον τους βαρούσανε αλύπητα και τα άλλα δυο στρατόπεδα... Επίσης εκείνο τον καιρό (και αργότερα...) οι στρατιωτικοί συνήθιζαν να “σώζουν” τους Ραγιάδες από τους πολιτικούς και τη χώρα από κινδύνους, απλά αυτοχρίζωντας τους εαυτούς τους σωτήρες και παίρνοντας την εξουσία με τα όπλα... Αυτά ίσχυαν την εποχή εκείνη και ο Γεώργιος, προοδευτικός όπως ήταν, πήγε με τους Φιλελεύθερους και έγινε εχθρός του βασιλιά... Μάλιστα οι Φιλελεύθεροι ήταν τόσο δημοκρατικοί, που έδιωξαν το βασιλιά... αλλά φτιάξανε και ένα καταπληκτικό νόμο, που τον είπανε ιδιώνυμο, και σταματήσανε τον πραγματικό εχθρό της Χώρας του Ραγιά, τους Κόκκινους. Σύμφωνα με αυτό αν κάποιος αντιδρούσε στην υπάρχουσα τάξη, (την τόσο δημοκρατική και φιλελεύθερη...), μπορούσε να φυλακιστεί για έξι μήνες, σαν αντίδραση οριζόταν ακόμα και η απεργία, ή ότι τέλος πάντων πλησίαζε στην απεχθή ιδεολογία των Κόκκινων... Αλλά να πούμε ότι δεν ήταν και τόσο σκληροί οι Φιλελεύθεροι, μάλιστα αρκετούς που έπεφταν στο ιδιώνυμο, αντί να τους βάλουν φυλακή, τους στέλνανε στα πανέμορφα νησιά της χώρας του Ραγιά, να ξανασκεφτούν καλύτερα, μάλιστα τους γυμνάζανε κι ολας δίνοντας τους να σπάνε πέτρες...

Μ΄αυτά και μ΄αυτά, ο Γεώργιος ίδρυσε και δικό του κόμμα, μάλιστα το είπε Δημοκρατικό, και αργότερα Δημοκρατικό-Σοσιαληστικό. Μετά από άλλη μια κατάληψη της εξουσίας από έναν στρατιωτικό τον Ιωάννη Λινάτσα (έχει και για αυτόν παραμύθι αργότερα, δεν είναι της παρούσης...) και την επάνοδο του Βασιλιά , ο Γεώργιος συνελήφθη και στάλθηκε και ο ίδιος για διακοπές σε νησιά, λόγω της αντιμοναρχικής στάσης του...

Έπειτα ήρθε ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος, ο Γεώργιος συνελήφθη ξανά, και κάποια στιγμή κατάφερε να φύγει και να πάει στον τόπο που είχε αποδράσει πριν από αυτόν, σαν αυτοεξόριστος ο Βασιλιάς και οι φίλοι του. Βέβαια άφησε το λαό μοναχό του να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά... αλλά τι να κάνουμε η αυτοεξορία είναι κατάρα των πολύ σημαντικών ανθρώπων και ο Γεώργιος είναι τέτοιος...

Εκεί λοιπόν, με την “πίεση” των Γιων της Αλβίωνας, σχημάτισε κυβέρνηση με τη συμμετοχή όλων των παρατάξεων, ακόμα και των κόκκινων και ο ίδιος έγινε αρχηγός της κυβέρνησης, τα βρήκε μάλιστα και με το Βασιλιά. Τώρα ποιον κυβερνούσαν και με ποιο δικαίωμα, αφού ο λαός πολέμησε τους κατακτητές και όχι οι ίδιοι, ο θεός και η ψύχη τους. Στη Χώρα του Ραγιά ο λαός, πολεμούσε τον εχθρό, απελευθέρωσε κάποιες περιοχές μάλιστα, και σε πολλά μέρη της Χώρας οι Ραγιάδες, πίστευαν ότι μπορούν να διακυβερνηθούν μονάχοι τους, χωρίς Βασιλιάδες, χωρίς Άρχοντες...

Κάποτε οι Σύμμαχοι κέρδισαν τον πόλεμο, και μέσα στις ανησυχίες τους ήταν και οι Ραγιάδες, μάλλον οι Κόκκινοι που είχαν πάρει μεγάλη δύναμη... Ο αρχηγός των σύμμαχων μάλιστα ο Πουράκλας, θεώρησε ότι πρέπει να αφοπλιστούν οι επαναστατημένοι Ραγιάδες που πολέμησαν τον εχθρό, γιατί θελαν κατά τη γνώμη του να καταλάβουν την Χώρα του Ραγιά και να την κάνουν Κόκκινη... Έτσι αποφάσισε να ορίσει κυβερνήτη τον Γεώργιο και να κάνει τη χώρα τσιφλίκι του... Ο Γεώργιος τι να κάνει, δέχτηκε, γιατί άμα είσαι μεγάλος και σε ζορίζουν μεγαλύτεροι, σκύβεις το κεφάλι και δέχεσαι, αν σου δίνουν και εξουσία μάλιστα, δεν σε πειράζει και τόσο... Έτσι πάρθηκε η απόφαση αφοπλισμού των Ραγιάδων και η επιβλήθηκε σε αυτούς σαν Άρχοντας ο Γεώργιος... Πάνω στη διαφωνία για τον αφοπλισμό έγινε συλλαλητήριο και οι Φύλακες του Γεωργίου άνοιξαν πυρ κατά των Ραγιάδων, σκοτώθηκε κόσμος και την επόμενη ήμερα ξανάγιναν τα ίδια, δεν ήθελε πολύ να ανάψουν τα αίματα, ακολούθησε μάχη μέσα στην πρωτεύουσα και ταραχές που κρατήσανε ένα μήνα περίπου... Μετά από αυτά ο Γεώργιος που πολύ στενοχωρήθηκε παραιτήθηκε, αλλά η Χώρα του Ραγιά είχε ήδη μπει στον Μεγάλο Σπαραγμό.

Σκοτώνονταν τότε Ραγιάδες αναμεταξύ τους, Κόκκινοι Ραγιάδες ενάντια στους άλλους Ραγιαδες μα αυτη ειναι μεγαλη και οδυνηρη ιστορια και θελει δικο της παραμυθι...

Μέσα στον Σπαραγμό ο Γεώργιος ξανάγινε βουλευτής, μάλιστα μετά το τέλος του έγινε και υπουργός, αλλά διαφώνησε με τον τότε αρχηγό τον Καραπιπέρη, για το αν πρέπει επιτέλους να κλείσουν τα θέρετρα για τους κόκκινους στα νησιά ή όχι. Ο Καραπιπέρης ήθελε να σταματήσουν αυτά και να μονοιάσουν επιτέλους οι Ραγιάδες, μα ο Γεώργιος πίστευε πως λίγες διακοπές με άσκηση παράλληλα να τους έδιναν πιο υγιή τρόπο ζωής και σκέψης... Επίσης για το Ματωμένο Νησί και την κατοχή του από τον Πουράκλα, έπραξε σαν κάθε μεγάλος ηγέτης, έκανε την πάπια...Έτσι απ τον Καραπιπέρη πήδηξε στους συντηρητικούς, και στις επόμενες εκλογές ξανάγινε βουλευτής, αλλά έφυγε και από κει και έφτιαξε ξανά το κόμμα των φιλελεύθερων μα με άλλο όνομα το είπε Ένωση Πάρτης.

Στις επόμενες εκλογές ηττήθηκε από τον άλλο μεγάλο της Χώρας του Ραγιά, τον Εθνάρχη, κατάγγειλε τις εκλογές ως “εκλογές βίας και νοθείας” και με την βοήθεια των Κόκκινων, που είχαν μετονομαστεί σε Δημοκράτες, (επειδή τους είχαν ανακηρύξει παράνομους μετά το Σπαραγμό, ίσως και επειδή είχε παραγίνει αυτό με τις διακοπές στα νησιά...), ο Γεώργιος κύρηξε τον ανένδοτο αγώνα ενάντια στον Εθνάρχη αυτό του έδωσε το παρατσούκλι “Γέρος της Δημοκρατίας”...

Έτσι ο Γέρος έγινε Άρχοντας ξανά, και η αλήθεια είναι πως πήρε φιλολαϊκά μέτρα και ανάσανε κάπως ο βασανισμένος τόπος, μα δεν ξέχασε και τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές του πεποιθήσεις... Συνέχισε την απαγόρευση του κόμματος των Κόκκινων και σαν υπουργός Γραμμάτων, έδωσε έμφαση στην καταπολέμηση του κόκκινου κινδύνου, ιδίως της Νεολαίας του Γιατρού, μια οργάνωση που έρρεπε προς την κόκκινη ιδεολογία. Τότε ζήτησε και από τους επιθεωρητές των σχολείων να του δίνουν αναφορά για κόκκινους δασκάλους, και οι μολυσμένοι από την κόκκινη ιδεολογία απομακρυνόταν...

Όσο κυβερνούσε ξανάρχισε τους καυγάδες με τον νέο Βασιλιά, γιατί ο δεύτερος ήθελε τη διοίκηση του στρατού... Ο Βασιλιάς τον παραίτησε, και με τη βοήθεια κάποιων αποστατών της παράταξης του, που αντάλλαξαν την προδοσία τους με υπουργικούς θώκους και έτσι τον φάγανε τον Γερο... Πολλοί μάλιστα λεν, πως η αίτια ήταν η συμπάθεια που είχαν οι Ραγιάδες στον γιο του Γέρου τον Αντρέα Παπατζή, και η διάδοχη του στην Ένωση Πάρτης στη θέση του πατέρα του, και έτσι οι διάφοροι δελφίνοι αποφάσισαν να καθαρίσουν το τοπίο.

Μέσα σε αυτή την αναταραχή, βρήκε και ο Συνταγματάρχης Γύψος, κατέλυσε την Δημοκρατία και πήρε την εξουσία για λογαριασμό του... Ο Γύψος έθεσε τον Γερο σε περιορισμό στο σπίτι του...

Έτσι ο Γέρος έζησε τις τελευταίες ήμερες του φυλακισμένος στο ίδιο του το σπίτι... όπου και πέθανε. Στην κηδεία του έγινε χαλασμός, τεράστιο πλήθος Ραγιάδων, τίμησε με την παρουσία του, τον Δημοκρατικό αυτό άνθρωπο, που στάθηκε στο πλάι του λαού του, που πάντα σεβόταν τους αντιπάλους του (όχι μόνο σεβόταν εκτιμούσε κι ολας, οι διακοπούλες που λέγαμε...), γιατί οι Ραγιάδες δεν είναι αχάριστος λαός, μα περήφανοι και με καλή μνήμη...

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο Μπάσταρδος (Μέρος 2ο)


Ο Μαραγκός στάθηκε έξω από την πόλη, σε μια βρύση που υπήρχε για τους διαβάτες, ήπιε λίγο νερό απ την πηγή και κάθισε στη σκιά ενός δέντρου ξαποστάσει... Γύρω του τα πουλιά κελαηδούσαν, η μέρα πήγαινε προς το απόγεμα, και ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα βουνά και ο Μαραγκός συλογιζότανε πως έτσι πρέπει να είναι ο παράδεισος. Γύρισε το βλέμμα του κατά το χωριό και είδε μια ομάδα ανθρώπων δίπλα του, καθόταν και τον κοιτούσαν σαν να περίμεναν κάτι από αυτόν... Μαζί τους και ο στρατιώτης, χωρίς τα όπλα του, είχε πετάξει και την πανοπλία του, φορώντας μονάχα τον κόκκινο χιτώνα του στρατού, ο Μαραγκός μόλις τον πρόσεξε χαμογέλασε...

Τι θέλετε; Γιατί με ακολοθουθείτε;” ρώτησε.

Μίλησε μας” απάντησαν αυτοί “πες μας για τον δρόμο που οδηγεί στη σωτηρία.”

Σωτηρία από τι; Από ποιον;”

Από την αμαρτία δάσκαλε, απ το κακό, από το μίσος που κουβαλάμε στις ψυχές μας” απάντησε ο στρατιώτης.

Και τι είναι αμαρτία φίλε μου;” ρώτησε ο Μαραγκός.

Όλοι σώπασαν, τι ερώτηση είναι αυτή, μα πριν προλάβουν να απαντήσουν ο Μαραγκός συνέχισε...

Δεν υπάρχει πια στον κόσμο αμαρτία, ούτε κακό, ούτε καλό, όλα τα ξεπερνά η αγάπη, αυτή είναι η σωτηρία που ψάχνετε, όχι για την ψυχή σας σε μια μελλοντική ζωή αλλά τώρα για τούτη τη ζωή που ζείτε... Αυτός είναι ο δρόμος, δεν είναι πάρε-δώσε, δεν υπάρχουν ούτε κανόνες, ούτε μαγικές συνταγές...”

Δείτε το δέντρο ζητάει αντάλλαγμα για τον ίσκιο που μας δίνει; 'Η το πουλί για το τραγούδι του; Τραγουδάει απλά γιατί έτσι νοιώθει, χαίρεται την ομορφιά του κόσμου και την κάνει τραγούδι, αυτό τον βρήκε τον παράδεισο του, εδώ, τώρα, έτσι απλά.”

Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω του και κρεμότανε από τα χείλη του, έτσι κουβέντιαζαν ως αργά μέχρι που κοιμήθηκαν εκεί, κάτω απ τα άστρα.

Το πρωί της επόμενης μέρας ο Μαραγκός αφού ξύπνησε, και έφαγε με τους συντρόφους του, σηκώθηκε και τους είπε:

Εγώ αδέρφια μου, το πήρα απόφαση δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ, πρέπει να μιλήσω θα γυρίσω όλη τη χώρα να πω αυτά που νοιώθω στον κόσμο, όπως έκανα και με σας, δεν ξέρω αν θα με ακούσουν μα αξίζει θαρρώ τον κόπο να προσπαθήσω... Ποιος έχει καρδιά να με ακολουθήσει; Μα το λέω, όποιος ρθει να ξέρει πως δεν θα γυρίσουμε πίσω σύντομα, στην αρχή η χώρα μας μετά ολάκερη η Αυτοκρατορία, όλοι πρέπει να μας ακούσουν, θα φέρουμε τον παράδεισο εδώ...”

Μα έχουμε οικογένειες, δουλειές πως να φύγουμε, δάσκαλε, που θα τα αφήσουμε;”

Ο άνθρωπος που αγαπάει έχει όλα τα αδέρφια, αδέρφια του, όλους τους γονείς γονείς του, όλα τα παιδιά παιδιά του, κι όσο για τις δουλειές τα πουλιά μήπως δουλεύουνε, ή τάχα επειδή δεν δουλεύουν χάνονται; Μη φοβάστε, έχετε εμπιστοσύνη, μπορούμε να το κάνουμε...”

Ζητάς πολλά” είπε κάποιος “δεν είναι τόσο απλό.”

Απλό είναι, μα δύσκολο, βαρύς ο δρόμος της αγάπης, κάποιοι δεν είστε έτοιμοι ακόμα, μα μην στενοχωριέστε, μονάχα προσπαθήστε να αλλάξετε τη ζωή σας εδώ, στο χωριό σας και θα το δείτε σαν είστε έτοιμοι θα ρθείτε να με ανταμώσετε...”

Αυτά τους είπε και κίνησε για το ταξίδι του, και στην πορεία αυτού του ταξιδιού του, πλήθος κόσμου τον ακολουθούσε, σεργιανούσανε τη χώρα κηρύσσοντας το λόγο της Αγάπης παντού. Η φήμη τους ταξίδευε πριν απ αυτούς, ένας Μαραγκός λέγανε και ένα πλήθος από κόσμο κινήσανε να σώσουν τον κόσμο. Λεγότανε πως ο Μαραγκός είναι μάγος, με μεγάλη δύναμη, πως κάνει θαύματα, γιατρεύει τυφλούς και σακάτηδες, μέχρι και νεκρό λέγανε πως γύρισε απ το θάνατο, κάποιοι μάλιστα πίστευαν ότι δεν είναι άνθρωπος, πως μπορεί πατέρας του να είναι κάποιο στοιχειό, η να τον έπιασε η μάνα του με κανένα θεό, όπως γινότανε παλιά με τους βασιλιάδες...

Έτσι πέρασαν δυο χρόνια, κάποια στιγμή περνούσαν κοντά από τα μέρη ενός τρομερού ανθρώπου, του Προφήτη, που ζούσε στο μεγάλο ποτάμι, ο Μαραγκός θέλησε να πάει να τον δει, μεγάλη ήταν κι εκείνου η φήμη, οι δυο τους τα είχαν βάλει με την αυτοκρατορία, προσπαθούσαν να αλλάξουν τούτο τον κόσμο.

Όταν έφτασε στο ποτάμι ο Μαραγκός είδε τον Προφήτη, να στέκει στη μια μεριά του ποταμού σε ένα θεόρατο βράχο και στην άλλη άχθη πλήθος να τον ακούει και να παραληρεί, άγριος να κυρρήσει με πάθος στον κόσμο την αλήθεια του, να μιλάει για φωτιά που πρέπει να κάψει τα πάθη τους, για το τσεκούρι που πρέπει να κόψει το δέντρο που κρατάει τούτη τη γη, γιατί παρασάπισε... Ο Μαραγκός τον άκουγε μαρμαρωμένος η δύναμη, η αποφασιστικότητα που έβγαζε αυτός ο άνθρωπος τον είχε συγκλονίσει, μα τα λάγια του τον τρόμαζαν, δεν ήξερε αυτός αν η φωτιά και το τσεκούρι μπορούσε να είναι δρόμος... Κι έτσι δεν άντεξε, ρώτησε:

Μα η φωτιά, το τσεκούρι, είναι δρόμος; Μπορούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο;”

Ο Προφήτης σταμάτησε το λόγο του, γύρισε και κοίταξε προς το μέρος που άκουσε την φωνή που τον διέκοψε στην αντίπερα όχθη. “Ποιος μίλησε; Ποιος είσαι; Έβγα μπροστά να σε βλέπω” φώναξε.

Με τον ήλιο να πέφτει στην πλάτη του, τα μακριά μαύρα γένια και μαλλιά του, έμοιαζε με δαίμονα στον Μαραγκό και για μια στιγμή τρόμαξε απ την αγριάδα των ματιών του, μα έπειτα μαζεύοντας το θάρρος του έκανε μερικά βήματα και μπαίνοντας στο ποτάμι μέχρι τη μέση για να ξεχωρίσει απ τον όχλο, αποκρίθηκε...

Εγώ ο Μαραγκός, που έφυγα απ το χωριό μου, για να σώσω τον κόσμο σαν και του λόγου σου, μίλησα...”

Ώστε συ είσαι ο μάγος που λεν όλοι, που κάνεις τα θαύματα, που είσαι γιος του θεού ή του διαβόλου;”

Αυτά είναι παραμύθια” αντιγύρισε ο Μαραγκός “ανθρώπος είμαι κι εγώ σαν και σένα, όπως όλοι μας, κι όσο για τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα πότε, μπάσταρδος είμαι, μα δεν με νοιάζει, γονείς μου είναι όλοι τώρα, όλοι αδέρφια μου.”

Αδέρφια σου και οι άδικοι; Και οι φονιάδες, και οι πόρνες και οι μοιχοί;”

Αδέρφια μου όλοι, ναι. Ακόμη και ο άνομος βασιλιάς που κατηγορείς μέρα νύχτα, ο πιο βουτηγμένος στην αμαρτία απ όλους μας, κι αυτός αδερφός μου είναι... Φτάνει να αγαπήσει τον εαυτό του και τους γύρω του και αυτός ακόμα θα αλλάξει, θα το δεις.”

Δεν φτάνει, όχι δεν φτάνει αυτό, δεν είναι σωστό με ένα συγνώμη δεν γίνεται να σβήνονται οι ατιμίες, πρέπει να πληρώσουμε για την κατάντια μας...”

Εκδίκηση λοιπόν; Αυτή είναι η λύση;” ρώτησε ήρεμα ο Μαραγκός.

Όχι, όχι εκδίκηση, κάθαρση, φωτιά σ' αυτόν τον κόσμο, μαχαιριά στους άνομους, και στις στάχτες του παλιού κόσμου να φτιάσουμε τον καινούριο καλύτερο, πιο όμορφο...”

“Όχι μόνο στις στάχτες, μα και στο αίμα του παλιού κόσμου...” τον ξανάκοψε ο Μαραγκός, και η φωνή του βγήκε τρομαγμένη απο αυτά που ακουγε...

Και στο αίμα αν χρειαστεί, πρέπει να καθαρίσει ο τόπος απ τη σαπίλα, εγώ αυτό πιστεύω Μαραγκέ, αυτός είναι ο δρόμος ο δικός μου, και άσο έχω φωνή θα φωνάζω, θα κατηγορώ του άτιμους μέχρι να ενωθούν κι άλλες φωνές με τη δικιά μου, κι άλλα χέρια με τα δικά μου, να αλλάξουμε τον κόσμο... Αυτός είναι ο δρόμος μου Μαραγκέ, και όσο έχω φωνη, θα τον δειχνω και σ΄ αλλους... ”

Εγώ ξέρω πως όσο έχω καρδιά θα αγαπώ, αυτό και τίποτα άλλο” αποκρίθηκε ο Μαραγκός κοιτάζοντας ψηλά στον βράχο τα μάτια του Προφήτη.

Αυτός σαν άκουσε την απάντηση, χαμογέλασε και κατεβαίνοντας μέσα στο ποτάμι, αγκάλιασε και φίλησε τον Μαραγκό.

Δυο ταξιδιώτες στέκονται μπρος στην Αλλαγή, ο ένας την φοβερίζει για να ρθει, κι ο άλλος της χαμόγελα, να δούμε σε ποιον θα ανοίξει την πόρτα της... Ή ποιανού το κεφάλι θα πέσει πρώτο...”

Έτσι ο Μαραγκός αφού έμεινε λίγες μέρες κοντά στον προφήτη, τράβηξε για την πρωτεύουσα της χώρας, την Άγια Πόλη...

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Ο Μπάσταρδος (Μέρος 1ο)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας Άνθρωπος, ένας απλός μαραγκός σε μια μικρή γωνιά της μεγαλύτερης Αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Ο μαραγκός πονούσε μέσα του από την αδικία, τα βάσανα που έβλεπε να ταλαιπωρούν τους γύρω του. Δεν μπορούσε, δεν άντεχε την ανθρώπινη δυστυχία, ήθελε να τα αλλάξει όλα... Μα πως; Τι να πει στους ανθρώπους, πως να αλαφρώσει τις καρδιές τους, πως να τους κάνει να νοιάζονται ο ένας για τον άλλο; Κι όμως ήταν τόσο απλό, αρκεί να αγαπούσαν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλο και όλα θα άλλαζαν, ο κόσμος θα γινόταν όμορφος, παράδεισος...
Έτσι μια μέρα κίνησε να μοιραστεί την αλήθεια του αυτή με τους ανθρώπους, πήγε σε μια πλατεία ενός χωριού και μίλησε στον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην αγορά, τους είπε:
"Σας φέρνω τον παράδεισο, σας τον φέρνω εδώ, τώρα, σ'αυτή τη ζωή, σε τούτη τη γη, όχι μετά το θάνατο, ούτε στους ουρανούς ή αλλού, εδώ, τώρα!"

Οι άνθρωποι απόρησαν, τι να τους λέει τάχα αυτός και ρώτησαν "Πως; Πως θα μας φέρεις τον παράδεισο εδώ; Ποιος είσαι; Με ποια δύναμη;"
"-Αδέρφια μου ένας είναι ο δρόμος να κάνουμε τη ζωή μας παράδεισο, αν αγαπάμε ο ένας τον άλλο, μόνο αυτό και τίποτα περισσότερο, φτάνει αυτό, ο κόσμος μας θα αλλάξει, θα γίνει καινούριος, όμορφος"

"Φτάνει αυτό;" ρώτησαν οι άνθρωποι.

"Αν αγαπάς δεν αδικείς, αν αγαπάς δεν κλέβεις, αν αγαπάς δεν δέχεσαι να σαι συ χορτάτος και οι γύρω σου νηστικοί, αν αγαπάς πονάς όταν πονά ο άλλος, χαίρεσαι όταν χαίρεται, αν αγαπάς είσαι στο πλάι του, τον βοηθάς, αν αγαπάς συγχωρείς... Και όσο για ποιος είμαι, είμαι ένας από εσάς, κάποιοι με ξέρετε σας έχω φτιάξει τραπέζια για να τρώτε, αλέτρια να οργώνετε τα χωράφια σας, κούνιες να κοιμούνται τα μωρά σας... Είμαι ο μαραγκός του διπλανού χωριού, ο μπάσταρδος έτσι με φωνάζετε το ξέρω, γιατί ο πατέρας μου έμεινε παράλυτος πριν παντρευτεί τη μάνα μου, εγώ ο Μπάσταρδος, που πόνεσα από την περιφρόνηση σας, που δεν με καταδεχόσασταν για συντροφιά, δεν σας κρατώ κάκια, δεν έχω μίσος για σας, σας αγαπώ και έτσι δεν μπορώ παρά μονάχα να σας συγχωρήσω."

Οι άνθρωποι τον άκουγαν μαγεμένοι, συγκινήθηκαν ο άνθρωπος αυτός μιλούσε στην καρδιά τους, αυτοί τον πόνεσαν κι αυτός τους αγαπά. Κάποιοι μάλιστα είπαν πως αυτός είναι μάλλον Άγιος ή προφήτης και τον πήραν το κατόπι…

Ο Μαραγκός είδε τον κόσμο πίσω του για μια στιγμή κιότεψε «Τι ζητάν όλοι αυτοί από μένα, τι μπορώ να τους δώσω;», γύρισε προς το μέρος τους και κοιτούσε το πλήθος σαν χαμένος. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν ήθελε να έχει την ευθύνη άλλων, είπε απλά αυτά που πίστευε… Σιωπή.

«Δάσκαλε, δώσε μας τον Παράδεισο» φώναξε κάποιος.

«Δάσκαλε δώσε μας το δίκιο» ακούστηκε ένας άλλος, και έπειτα κι άλλοι πολλοί… φώναζαν, ζητούσαν, αποκαλούσαν το Μαραγκό δάσκαλο κι αυτός τα χανε, είχε πανικοβληθεί μπροστά στο πλήθος.

«Δεν είμαι δάσκαλος σας, δεν είμαι προφήτης, δεν ξέρω κάτι παραπάνω από εσάς».

«Δώσε μας τον Παράδεισο» ξαναφώναξε ο όχλος.

«Σας είπα πώς να τον βρείτε, δεν είναι δικός μου, δικός σας είναι, είναι κλειδωμένος στην καρδιά σας, απομένει μόνο να τον ελευθερώσετε, να τον φέρετε εδώ.» απάντησε ήσυχα τώρα ο Μαραγκός.

«Δεν είναι τόσο απλό, και η αδικία που μας γίνεται, είμαστε σκλάβοι, μην το ξεχνάς» απάντησε κάποιος από το πλήθος.

«Δεν είμαστε σκλάβοι κανενός, όλοι είμαστε αδέρφια, ολοι ειμαστε ισοι, δεν υπαρχουν ουτε δουλοι ουτε αφεντες, στάχτη με τη φλόγα της αγάπης όσα μας έκαναν, στάχτη κι ότι κάναμε και εμείς…»

«Και πόσο δίκιο είναι αυτό;»απάντησε ο ίδιος άνθρωπος.

«Δεν κατάλαβες αδελφέ μου», απάντησε ήρεμα ο Μαραγκός, «η αγάπη είναι πέρα από το δίκιο, πέρα από το άδικο, στον παράδεισο δεν έχουν θέση αυτά, η αγάπη τα ξεπερνά αυτά».

Ένας στρατιώτης που άκουγε τα λόγια του Μαραγκού, καθισμένος σε μια ταβέρνα στη γωνία της πλατειάς, σηκώθηκε και παραπατώντας έφτασε μπροστά στο Μαραγκό…

«Ώστε μπάσταρδε, είμαστε αδέρφια, ίσοι…ε;»

«Ναι» απάντησε ο Μαραγκός, «αυτό πιστεύω»

Ο στρατιώτης χαμογέλασε ειρωνικά, και έδωσε ένα χαστούκι στο Μαραγκό τόσο δυνατό, που τον σώριασε στα χώματα.

«Και τώρα αδέρφια είμαστε, μπάσταρδε;» και τόνιζε τη βρισιά να την ακούει ο μαραγκός, να τον προσβάλει…

Στο πλήθος δεν σάλευε κανείς, μερικοί φοβηθήκαν, άλλοι θύμωσαν, κάποια πόδια ήταν έτοιμα για τρέξιμο, και κάποια χέρια αντάμωσαν με λαβές μαχαιριών, όλοι κοιτούσαν με αγωνία το Μαραγκό και με ένα τόσο μεγάλο μίσος τον στρατιώτη, που αν δεν ήταν τόσο μεθυσμένος θα το ένοιωθε στην πλάτη του…

Ο Μαραγκός σηκώθηκε, και με ματωμένο στόμα και δάκρυα στα μάτια, στάθηκε μπροστά στον στρατιώτη, του γύρισε το άλλο μάγουλο… «Χτύπα ξανά αδερφέ μου…».

Ο στρατιώτης χλόμιασε, ντράπηκε να κτυπάει, κάποιον που δεν αντιστέκεται…

«Χτύπα ξανά αδερφέ μου…»

Ο στρατιώτης τα χάσε, τι ήταν αυτό, καμιά αντίσταση; Δεν καταλάβαινε, θύμωσε, τράβηξε το σπαθί του, όχι τόσο από θυμό, περισσότερο από περιέργεια, και το στρίψε κατά το μαραγκό.

Αυτός ήρεμος, και χαμογελαστός κοιτώντας τον στα μάτια αποκρίθηκε «Χτυπά αδερφέ μου»

Ο στρατιώτης κοιτούσε μαρμαρωμένος αυτά τα δυο μάτια, ήταν ήρεμα, δεν είχαν θυμό, δεν είχαν ειρωνεία, δεν είχαν καν περηφάνια… Τα γόνατα του λύγισαν, έπεσε, αγκάλιασε τα πόδια του ανθρώπου που πριν λίγο ήταν έτοιμος να σκοτώσει, και ένα κλάμα ξέσπασε από μέσα του, ένα κλάμα απαρηγόρητο σαν κλάμα μικρού παιδιού… και μια λέξη μοναχά ξέφυγε στα χείλη του… «Συγγνώμη, συγγνώμη…»

Ο μαραγκός έσκυψε του χάιδεψε τα μαλλιά, τον αγκάλιασε και χαμογελώντας του απάντησε «Δεν πειράζει, δεν ήξερες, κατάλαβες τώρα, αυτό φτάνει…»

Έπειτα γυρνώντας προς τον κόσμο είπε: «Αυτά είχα να πω, από εδώ και περά είναι στο χέρι σας…» και περνώντας ανάμεσα τους τράβηξε έξω από το χωριό.

Το πλήθος μούδιασε, μια αλήθεια φανερώθηκε μπροστά στα μάτια τους, τους αφαιρούσε κάθε δικαιολογία για τη δυστυχία τους, είδαν πως λύγισε ο στρατιώτης, πως έκλαιγε σαν μωρό, πως άλλαξε με την συγχώρεση, με την αγάπη…

Μα η ευθύνη ήταν βάρια, πως μπορούσαν να αλλάξουν τόσο, να αγαπήσουν φίλους και εχθρούς, δίκαιους και αδίκους, καλούς και κακούς, δεν ήξεραν πώς να το κάνουν αυτό, ο μαραγκός πάλι το έκανε πριν από λίγο μπροστά τους, χρειαζόταν τη βοήθεια του, όποτε τον ακλούθησαν…


Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Η Γη της Γριάς

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια Γριά, ήταν τόσο μεγάλη που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούσε να φέρει στη θύμηση της τα νιάτα της, κάποιες φορές πίστευε πως δεν υπήρξε νέα και όμορφη ποτέ, θαρρούσε πως γεννήθηκε έτσι, με άσπρα μαλλιά, με ρυτίδες… Πλούσια και με μια μεγάλη έκταση γης δικιά της, τόσο μεγάλη που οι γιοι της έχανε φτιάξει χωριά ολάκερα μέσα σ΄ αυτή, χωριά και πόλεις πλούσιες, όμορφες, και ερχόταν κόσμος πολύς να ζήσει σ΄ αυτές και ευημερούσε. Είχε μια εγγονή που της έλεγε κάθε μέρα, τα παραμύθια που άκουγε για τη γιαγιά της. Η Γριά δεν ήξερε αν πράγματι όλα αυτά ήταν αλήθεια, αλλά δεν την ένοιαζε, άλλωστε δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα, καθόταν και άλλαζε ρόλο με την εγγονή μπροστά στο τζάκι.

Εκεί το μικρό κορίτσι της έλεγε για τη ζωή της, πως ήρθε η Γριά σε τούτη την γη, πως τη μοίρασε στα παιδιά της σαν αυτά μεγάλωσαν. Της στόρισε πως οι γιοι της μάλωναν για τα σύνορα που τους χώρισε η ίδια, πως πολλοί σκοτώθηκαν αναμεταξύ τους… Της είπε για τη μαυροφορούσα θυγατέρα της που στο όνομα της Αγάπης, σκότωνε, έκαιγε, βασάνιζε και κατακτούσε κι άλλη γης. Έμαθε η Γριά πως αυτή η κόρη της έκανε ένα γιο, τον Σκοτεινό, και μάνα και γιος δυνάστευαν τους πάντες.

Με την πληρωμή του Χρόνου όμως, πήρε τέλος η βασιλεία τους, και άλλη κόρη, από τη γενιά της πάλι, έδειξε στον κόσμο πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, λεύτεροι και αδέρφια μεταξύ τους. Μάλιστα οι γιοι της Γριάς σκεφτότανε μετά από χρόνια να καταργήσουν τα σύνορα που τους χώριζαν, να γίνουν ένα και να δώσουν στην κοινή τους πλέον γη το όνομα της τιμημένης μάνας…

Μα οι γιοι της πονηροί, ενώ προσπαθούσαν να ρίξουν ο ένας τον άλλο, για να μεγαλώσουν τη γη της Γριάς, στις πολιτείες γύρω από αυτή, προκαλούσαν ένα σωρό προβλήματα, άλλοτε δημιουργώντας έριδες, πόλεμους, δολιοφθορές, έβαζαν γειτονικούς και μακρινούς λαούς να σκοτώνονται… Να διαλύονται όσοι είναι έξω από τη Γη της Γριάς, πρώτα οι κοντινοί τους μα σιγά σιγά ολάκερη η οικουμένη γονάτισε κάτω από τη δύναμη των τρομερών παιδιών της Γριάς. Μα οι πόλεμοι και οι καταστροφές έκαναν τον κόσμο, να φεύγει από τα σπίτια του, να αφήνει πίσω ρημαγμένες πατρίδες και να κινάει για την ευλογημένη γη, τη γη της Γριάς. Και σαν έφταναν εκεί τους έδιναν δουλειά οι καταστροφείς τους, ξεδιάντροπα τους εκμεταλλευόταν για ένα ξεροκόμματο. Οι γιοι της Γριάς όμως, δεν τους θέλουν όλους εδώ, μόνο όσους χρειάζεται να χτίζουν τα σπίτια τους να δουλεύουν στα εργοστάσια, μην γίνουν πολλοί και σηκώσουν κεφάλι... Πήραν απόφαση να φτιάσουν ένα τείχος ψηλό, να γίνει η γη σαν φρούριο να μην περνάνε οι κατατρεγμένοι. Μα οι δύστυχοι κοίταγαν κατά το σπίτι της παλιάς αρχόντισσας, όσο και αν οι γιοι της είναι απάνθρωποι, αυτή έχει ευγενική καρδιά, θα τους πονέσει, θα τους μαζέψει στην αρχοντική αγκαλιά, ίσως τους δώσει μέλλον…

Η Γριά όταν άκουσε αυτά τα λόγια από την εγγονή της, δεν ήθελε να βοηθήσει απλά τους κατατρεγμένους, αλλά πονούσε, δεν άντεχε η περήφανη ψυχή της το άδικο των γιων της, και γύρευε συγχώρεση αυτή για λογαριασμό τους.

Μόλις είδαν οι γιοι της τι πάει να κάνει η μάνα τους, διώξανε την εγγονή της από κοντά της, την έκλεισαν μέσα στο σπίτι της και την άφησαν μόνη. Έτσι η Γριά μόνη πλέον, κλείστηκε στον εαυτό της ξανά, έχασε τις θύμισες της και περιφερόταν σαν αερικό στο παλιό αρχοντικό της.

Ένα βραδύ στις αρχές του χειμώνα, η Γριά καθόταν διπλά στο τζάκι, μοναχή της, τελευταία έτσι ζάρωνε δίπλα στη φωτιά, και τα μάτια της ταξίδευαν στις φλόγες. Τα μάτια της δεν ήταν όπως συνήθως, είχαν μια παράξενη λάμψη, λυπημένη και ένα δάκρυ ξέφυγε στα αυλάκια του πρόσωπου της… Άραγε δάκρυσε γιατί θυμήθηκε κάτι απ΄τη ζωή της;

Τάχα να θυμήθηκε ποιος ήταν ο άντρας της και να ξεδιάλυνε το μύθο, το μύθο που έλεγε ότι σ΄ αυτή τη γη την έφερε ένας βασιλιάς καβάλα σε ένα ταύρο ή μήπως ο βασιλιάς ήταν μασκαρεμένος σε ταύρο; Πως την έφερε εδώ και έδωσε το όνομα της σε τούτη τη γη και της τη χάρισε.

Η μήπως να φταίει αυτός ο τοίχος που ορθώνεται στον ορίζοντα; Δεν θυμάται αν αυτός ο τοίχος υπήρχε πάντα εκεί, μα την ενοχλεί, δεν ξέρει το γιατί, απλά πονά όταν τον βλέπει…

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Εϊ αδιάφορε



Ναι ρε, σε σένα μιλάω, που όλους τους βαρέθηκες, που τους σιχάθηκες όλους, εσένα που καμάρωνες στην παραλία με τη φραπεδιά στην ξαπλώστρα... Σε σένα που τους βλέπεις όλους ίδιους, μα στον καθρέφτη σου κοιτάς μόνο για χτένισμα μη και δεν πετύχουν τα τσουλούφια στο τρέντυ σου το μαλλί...

Μιλάμε για πολύ μεγάλη μαγκιά, τους έδειξες τώρα... Εκλογές και μαλακίες, τι σε νοιάζουν εσένα αυτά, εσύ δεν γουστάρεις να ασχολείσαι με τέτοια, το ότι δεν τα καταλαβαίνεις νομίζεις δεν είναι δικιά σου ευθύνη... Εσύ είσαι "απολιτίκ", χαλλλαρά, καλά να περνάμε και άλλα τέτοια κιμπάρικα, έτσι; Η ζωή είναι μικρή, γιατί να σκας; Κοίτα να περνάς καλά εσύ, εσύ να γουστάρεις κι όλα τα αλλά στα αποτέτοια σου... Η ομαδάρα σου μονάχα να κερδάει την Κυριακή, το Σάββατα να πίνεις τα μπυρόνια σου, να γαμάς και κάνα καλό μουνάκι, κι ο κόσμος ας πάει στο διάολο...

Βέβαια δεν πηγές να ψηφίσεις αλλά άμα παιχτεί καμιά θεσούλα στις εθνικές θα πας, έτσι; Άμα παίξει βολεψιματάκι, σε καμιά αργομισθία, αποκτάς πολιτική άποψη τότε, έτσι; Και αγώνα κάνεις για τον μπάρμπα που θα σε βολέψει, ή μήπως κάνω λάθος;

Λοιπόν άκου αυτό που θα σου πω, και βάλτο καλά μέσα στα άχυρα που έχεις στο κεφάλι σου, την επόμενη φορά που θα έρθει το νοίκι σου και κόβεσαι να το πληρώσεις, την επόμενη φορά που θα σε κράξει το αφεντικό σου στη δουλειά, την επόμενη φορά που θα δώσεις φακελάκι σε γιατρό, που θα πληρώσεις το φροντιστήριο των παιδιών σου, μη χαλιέσαι τράβα παραλία...και ο καφές δικός μου.


Ξέρεις κάτι; Η αδιαφορία σου με πληγώνει και με θυμώνει, με πληγώνει γιατί πάμε πίσω, πριν από τριάντα χρόνια μιλάγανε για εφτάωρο και τώρα δεν βρίσκεις ούτε ένσημα, ο κόσμος πισωγύρισε και δεν φταίνε οι Αρχοντάδες μας για αυτό, στο κάτω κάτω αυτούς τους συμφέρει, μεγαλύτερα κέρδη θα χουνε, μόνοι τους όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω τον κόσμο, εσύ με την αδιαφορία σου τους βοήθησες… Με την τεμπελιά σου να ανοίξεις ένα βιβλίο, να ανοίξεις τα στραβά σου λιγάκι, να είσαι ικανός να αναλάβεις μια ευθύνη. Ότι είσαι ανίκανος δεν χρειάζεται να στο πω εγώ, μόνος σου λες πως τα βαριέσαι και δεν τα καταλαβαίνεις…

Το ότι πιστεύεις πως με την απαξίωση σου φεύγει και η ένοχη από την καμπούρα σου, είναι λάθος , απλά την δική σου καμπούρα δεν την βλέπεις, βλέπεις των τις καμπούρες των άλλων. Και στο φινάλε αν εσένα δεν σε εκφράζει τίποτα από τα υπάρχοντα, φτιάξε κάτι καινούριο… Αυτό όμως θέλει δουλειά ε;

Free Hit Counter