Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Ο ΄Αρχοντας και οι μαριονετες με τα ματωμενα χερια

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας Άρχοντας, που είχε μια παράξενη συνήθεια, κινούνταν πάντα στις σκιές. Ήταν βλέπετε, τέτοια η φύση της δουλειάς του, που δεν μπορούσε να την κάνει φανερά... αυτός ο άνθρωπος πουλούσε όπλα στις χώρες όλες σχεδόν της Οικουμένης.
Ο "φίλος" μας λοιπόν συχνά πυκνά πουλούσε την πραμάτεια του και στη Χώρα του Ραγιά, μάλιστα ήταν από τους καλύτερους του πελάτες. Αυτό το κατάφερνε γιατί στη Χώρα του Ραγιά αυτοί που κυβερνούσαν είχαν πείσει τους Ραγιάδες πως όλοι οι ξένοι θέλανε το κακό τους. Πράγματι τους κυβερνήτες τους οι Ραγιάδες τους πιστεύανε, και θεωρούσαν φυσικό να θέλουνε όλοι να τους βλάψουν. Βλέπεις οι Ραγιάδες είχαν στα πολύ παλιά τα χρόνια κάτι ένδοξους προγόνους, και πιστεύανε πως είναι και αυτοί το ίδιο σπουδαίοι, άρα όλοι έπρεπε να τους ζηλεύουν και να θέλουν να τους βλάψουν. Τέλος πάντων, οι Ραγιάδες είναι αυτοί που είναι και χρειάζονται πολλά παραμύθια να τους περιγράψουν.
Τον καιρό εκείνο λοιπόν τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για τη χώρα, οι άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους, δεν είχαν λεφτά και το πράγμα χειροτέρευε συνέχεια. Ναι αλλά ο Άρχοντας μας είναι έμπορος και σαν τέτοιος έπρεπε να πουλήσει. Έτσι λοιπόν κίνησε για τη Χώρα του Ραγιά...
Όταν πήγε εκεί βρήκε τους κυβερνήτες και τους πρότεινε να τους πουλήσει τα όπλα του, μα αυτοί του είπανε πως είναι δύσκολο να πάρουν κι άλλα όπλα, ειδικά σε τέτοιους καιρούς, "δεν περισσεύουν λεφτά για όπλα αν τα πάρουμε θα ξεσηκωθούν οι Ραγιάδες." Και τότε ο Άρχοντας τους πρότεινε να βάλουν στο παιχνίδι τις μαριονέτες. Τις μαριονέτες τις είχανε οι ραγιάδες στα σπίτια τους σε κάτι μαγικά κουτιά για να τους λένε τι γίνεται στη χώρα τους και στον κόσμο. Έτσι ξεκίνησαν από τα μαγικά κουτιά οι μαριονέτες να λένε στους Ραγιάδες πως οι γείτονες τους θέλουν να τους αφανίσουν, να τους πάρουν τη χώρα και μάλιστα τώρα τελευταία φάνηκε ο στρατός των γειτόνων τους στα σύνορα. Ο κόσμος ανησυχούσε, φοβόταν, άρα ο Άρχοντας μπορούσε πλέον να κάνει τη δουλειά του. Έτσι πούλησε τα όπλα στους Ραγιάδες, αλλά καλού κακού τα πούλησε νύχτα, σε μυστική συμφωνία με τους κυβερνήτες, μάλιστα τους έδωσε και ένα ποσοστό που τον βοήθησαν, πάντα το έκανε αυτό με όποιον τον βοηθούσε.
Ο Άρχοντας γύρισε στον πύργο του και μέσα του γελούσε, γελούσε με τις μαριονέτες, όχι αυτές στο γυαλί, τις άλλες που παρίσταναν και τους κυβερνήτες. Και οι "κυβερνήτες" πάλι ήταν ήσυχοι γιατί κατάφεραν να κερδίσουν από τη συμφωνία χωρίς να τους καταλάβουν οι Ραγιάδες. Οι κυβερνήτες που δεν καταλάβαιναν η έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν,πως κάποια στιγμή, τα όπλα που τους πούλησε ο Άρχοντας θα τους κατάφερνε να τα χρησιμοποιήσουν...
Όλες οι μικρές και μεγάλες μαριονέτες δεν αισθανόταν καμιά ντροπή που ματωνόταν τα χέρια τους με αίμα προκαταβολικά, πριν αυτό χυθεί ακόμα, για να μπορούν οι Αρχοντάδες αυτού του κόσμου να πουλάνε το θάνατο...


Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Η φαμίλια του και η γη του


Στη Χώρα του Ραγιά, σε μια πεδιάδα περιτριγυρισμένη από ψηλά βουνά, ζούσε ο Βασίλης. Αυτός ο Βασίλης λοιπόν δυο πράγματα αγαπούσε στον κόσμο, την φαμίλια του και τη γη του, και σ΄όλη του τη ζωή πάλευε με τη γη του για να ζήσει την φαμίλια του.
Αυτά τα δυο συλλογιότανε κάτω απ΄τη λεύκα που είχαν φυτέψει οι παππούδες του και το μυαλό του κόντευε να φύγει...
Είχε τρεις γιους, οι δυο μεγάλοι φύγανε για σπουδές στην αρχή, αλλά από τότε κατάλαβε ότι δεν θα γυρνούσαν ξανά στα χωράφια. Και τι να κάνουν να γυρίσουν εδώ που τα λέμε, ο τόπος δεν είχε πια μέλλον... Σκέφτηκε πως και από τη φαμίλια του πατέρα του μόνο αυτός έμεινε στον τόπο του, τα αδέρφια του φύγανε σε πόλεις, η οικογένεια χωρίστηκε. Η ζωή εδώ είναι δύσκολη, η δουλειά έχει μεγάλο ρίσκο και το μαγαζί είναι ξεσκέπαστο, ένα χαλάζι μια ξηρασία είναι αρκετά για να σε καταστρέψουν και να σε χώσουν στα χρέη ως το λαιμό. Και πως να μη φύγουν τα αδέρφια του; Από παιδί θυμάται την μάνα του να τους λέει συνέχεια "Μάθε παιδί μου γράμματα, έχε τα μάτια σου ανοιχτά, να φύγεις από δω να μην παλεύεις μια ζωή με τις λάσπες...", τάχα τα ίδια δεν έλεγε και αυτός στους γιους του; Έτσι οι δυο μεγάλοι φύγανε και έμεινε ο μικρός, να παλεύει μαζί του με τη γη και προκοπή να μη βλέπει.
Γιατί όμως; Αφού αυτός ήταν που όργωνε τη γη, που αναμετριόνταν μαζί της και έβγαζε όλα αυτά που χρειάζονται οι άνθρωποι για να ζούνε. Αυτός έδινε σιτάρι για να υπάρχει ψωμί, δικό του ήταν το βαμβάκι που το κάναν ρούχα, αφού από τον ιδρώτα του έβγαιναν τα λαχανικά, τα φρούτα, η ζάχαρη... Αφού αυτός έδινε όλα αυτά στην κοινωνία, γιατί σε αντάλλαγμα του δινόταν ψίχουλα;


Μα δεν είναι μόνο αυτό που τον πονάει, είναι που βλέπει τα γεννήματα της γης του να πουλιούνται ακριβά, αυτός να πουλάει δέκα κιλά στάρι όσο αγοράζουν οι γιοι του στην πόλη ένα κιλό ψωμί. Και όλο τον κόπο τον δικό του και την ανάγκη του κόσμου για τροφή, για ντύσιμο να την εκμεταλλεύονται οι έμποροι. Να παίρνει ο έμπορος το στάρι από αυτόν, και να το μεταπουλάει σε άλλον έμπορο που έχει μύλους, και αυτός να το κάνει αλεύρι και ζωοτροφές και να τα δίνει σ΄άλλον έμπορο που τα μεταπουλάει κι αυτός με τη σειρά του... Και πάει έτσι η δουλειά που το σιτάρι αυτό το περνάνε από τα χέρια τους ένα σωρό μεσάζοντες και όλοι ζουν από αυτό, και όχι μόνο ζουν αλλά και ο καθένας τους κερδίζει παραπάνω από ότι κερδίζει ο Βασίλης που το έσπειρε, το πότισε, το θέρισε... Αυτό το πράγμα το βλέπει άδικο, δεν το χωράει ο νους του, αυτός το παράγει, αυτός παιδεύεται στον ήλιο και στην λάσπη, και αυτοί που απλά το αλλάζουν χέρια να βγάζουν τόσα. Γιατί δηλαδή να είναι τόσο ακριβό αυτό που του παίρνουνε τόσο φτηνά; Δεν θα μπορούσε άραγε να μοιραστεί με αυτούς που χρειάζονται τα προϊόντα του, το κέρδος των εμπόρων; Έτσι και αυτός θα ζούσε καλύτερα και εκείνοι, όλοι θα είχαν μεγαλύτερο όφελος.
Μ΄αυτά όμως που γινότανε, χρόνο με το χρόνο ο Βασίλης όλο και χειρότερα πήγαινε, για να ξεκινήσει τη σοδειά χρειαζότανε σπόρο, φάρμακα και λεφτά δεν είχε... Και δανειζόταν όλο και περισσότερο από την τράπεζα, και τα χρέη μεγάλωναν. Οι έμποροι δεν δίνανε τιμές, η τράπεζα ανέβαζε τους τόκους και η θήλεια να σφίγγει... Και οι βουλευτάδες να ΄ρχονται πριν από της εκλογές, να σου χτυπάνε φιλικά τη πλάτη για ψήφο, να τα χουνε πλακάκια με τους κλέφτες που σου πίνουνε το αίμα και να κάνουν πως δεν βλέπουν την αδικία. Πολλές φορές μάλιστα κάνανε τάχα πως στήριζαν τάχα τους αγρότες, μα ποτέ δεν εναντιώθηκαν στους κλέφτες στ΄αλήθεια.
Τώρα ο Βασίλης έβλεπε και το στερνοπαίδι του που σκεφτόταν να φύγει και πονούσε, δεν ήθελε να χάσει όλα του τα παιδιά, ούτε να μείνουν τα χωράφια του άσπαρτα. Και μέσα σ΄όλη αυτή την τρέλα άρχισαν να πέφτουν κι άλλο οι τιμές που δίναν οι έμποροι , να ανεβαίνουν οι τόκοι στις τράπεζες, αλλά ο κόσμος στις πόλεις τα αγόραζε ακριβά και πάλι. Ερήμωναν τα χωριά οι νέοι έφευγαν να βρουν ίσως μια καλύτερη τύχη στην πόλη... Και οι βρικόλακες των τραπεζών να ξεκινάνε κατασχέσεις σε τραχτέρια, εργαλεία, σπίτια και χωράφια.


Έτσι πήρανε απόφαση οι αγρότες να μπλοκάρουν τους δρόμους να μεγαλώσει η οργή του ήδη απελπισμένου κόσμου μπας και μπορέσουν να σταματήσουν όλοι μαζί τους κλέφτες.
Ο Βασίλης σκεφτόταν τι να κάνει όταν είδε τα τρακτέρ να ξεκινάνε για το κλείσιμο του μεγάλου δρόμου που διάσχιζε τη χώρα, ανέβηκε στο τρακτέρ του και μπήκε και αυτός στη πομπή μαζί με τους άλλους. "Όχι ρε καθάρματα μου σκορπίσατε την οικογένεια, δεν θα μου πάρετε και τη γη."

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Προσπάθησε να καταλάβεις


Οι αγρότες της χώρας μας ξαναβγαίνουν στο δρόμο, θα χωρίσουν τη χώρα στα δυο, στα τρία, σε όσα κομμάτια μπορούνε.. Και ο "μέσος"άνθρωπος, ο φιλήσυχος αυτός πολίτης θα αγανακτήσει και πάλι, που τον εμποδίζουν να πηγαίνει στη δουλειά του, που δεν υπάρχουν συγκοινωνίες Σ΄αυτόν έχω να πω μόνο αυτό: Προσπάθησε να καταλάβεις..
Προσπάθησε, δοκίμασε να σκεφτείς τι θα έκανες αν εσύ πουλούσες το στάρι 25 λεπτά και αγοράζεις το ψωμί 2 ευρώ το κιλό;
Τι θα έκανες εσύ αν για να συνεχίσεις τη δουλειά σου σε υποχρέωναν να χρεωθείς με μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, και κάνεις δεν σταματούσε αυτούς που σε κλέβουν κάθε μέρα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύεις να χάσεις τα πάντα;
Τι θα έκανες αν ο τόπος που μεγάλωσες απαξιώνονταν;
Τι θα έκανες;
Μπείτε για λίγο όλοι στη θέση των αγροτών, και αν δεν θέλετε να τους στηρίξετε τουλάχιστον μην τους κρίνετε έτσι αβασάνιστα..


Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Το πισωγυρίσμα


Στα πολύ παλιά χρόνια, στη φύση ανάμεσα στα άλλα ζώα, ζούσανε κι οι πίθηκοι και λειτουργούσαν κι αυτοί σαν τα άλλα ζώα. Όπως τα όλα τα ζώα ανταγωνιζόταν το ένα με το άλλο για την επιβίωση, έτσι κι αυτοί σε μια ανελέητη αρένα όπου όλοι ενάντια σε όλους πολεμούν για την επιβίωση... Και στην αρένα αυτή μόνο οι πιο ικανοί τα καταφέρνουν, οι αδύναμοι χάνονται σύμφωνα με έναν αρχαίο Νόμο. Σύμφωνα μ΄αυτόν το Νόμο συνεχιζόταν η ζωή τότε , σύμφωνα μ΄αυτόν συνεχίζεται και τώρα, και νικητές ως τώρα είναι οι πίθηκοι. Πως φτάσαμε ως εδώ; Οι πίθηκοι αρχικά ζούσαν σε μικρές οικογένειες, μα κατάλαβαν πως δεν είναι αρκετά δυνατοί να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους απέναντι σε ζώα, που σε αντίθεση μ΄αυτούς που τρώγανε χόρτα, τρώγανε τους πιο ανίσχυρους της αρένας. Έτσι σχημάτισαν μεγαλύτερες αγέλες, πάντα όμως ακολουθώντας το Νόμο και ο πιο Ισχυρός της αγέλης έτρωγε πρώτος και πάντα την καλύτερη τροφή, αυτός διάλεγε τα θηλυκά που θα ζευγαρώσει. Παρόλα αυτά οι πίθηκοι είχαν δρόμο να γίνουν αυτό που έγιναν, έφυγαν από τα δάση και ταξίδευαν πολύ γιατί δεν ήταν προικισμένοι με μεγάλα δόντια και νύχια σαν τα άλλα θηρία, ήταν αδύναμοι, πολύ αδύναμοι και από τη μάχη προτίμησαν τη φυγή. Σιγά σιγά σηκώθηκαν στα δυο τους πόδια για να βλέπουν τα θηρία μέσα στις στέπες. Κάποια στιγμή ένας πίθηκος πήρε μια πέτρα να σπάσει το καύκαλο ενός καρπού για να τον φάει, αφού δεν μπορούσε με τα δόντια του, οι άλλοι πίθηκοι τον είδαν και άρχισαν να τον μιμούνται. Ένας άλλος πήρε άλλη μια πέτρα και την πέταξε σε έναν μακρυδόντη τίγρη για να γλυτώσει, ο τίγρης τρόμαξε από το χτύπημα της πέτρας δεν μπορούσε να καταλάβει πως τον χτύπησε ο πίθηκος από μακριά κι απορημένος έφυγε. Ο Ήρωας πίθηκος γύριζε με την πέτρα στα χέρια μέσα στην αγέλη και καμάρωνε, μάλιστα, ο Ισχυρός της αγέλης τον φοβήθηκε για την επιδεξιότητα του με τις πέτρες και σταδιακά άλλαξε αρχηγό η αγέλη. Μια μέρα η αγέλη μας συναντήθηκε με μια άλλη ομάδα, τα μελή της οποίας περίμεναν τον Ισχυρό τους να τελειώσει το φαγητό του από τους βολβούς που μαζέψανε και μετά να φάνε και αυτά. Αλλά ο Πετροφόρος αρχηγός έδωσε στον αρχηγό της ξένης αγέλης μια με την πέτρα κατακούτελα, ανάμεσα στα μάτια και εκείνος έμεινε στον τόπο, κι είχε στα μάτια την ίδια απορία με τον τίγρη... Και έδιωξαν την ξένη αγέλη και της πήραν την τροφή. Οι πίθηκοι άρχισαν να χρησιμοποιούν και ξύλα σαν ρόπαλα για υπερασπίζονται τον εαυτό τους, και παίρνοντας θάρρος άρχισαν να γίνονται κυνηγοί και αυτοί, εξελίχτηκαν, στην αρχή χτυπούσαν μικρά ζώα, αργότερα μεγαλύτερα, και μεγάλωναν τις πιθανότητες νίκης στον Αγώνα... Με το κυνήγι αναγκάστηκαν να συνεννοούνται μεταξύ τους ώσπου φτιάξανε κάτι σαν ομιλία, άλλαξαν επίπεδο είχαν αρχίσει να σκέφτονται... γίνανε άνθρωποι!


Έτσι με τα χρόνια εκτός από την Πέτρα μάθανε τη Φωτιά, τον Τροχό, τα Μέταλλα μάθανε να ευχαριστούν τη Φύση για την εύνοια της, και να την καλοπιάνουν με το φόβο μην γυρίσουν στους χαμένους... Και ο άνθρωπος κατάκτησε όλη τη γη νίκησε όλα τα θηρία, έφτιαξε πράγματα θαυμαστά, νίκησε... Αλλά ο Νόμος δεν ξεχνά, δεν παύει η ισχύς του και αφού οι αγέλες των ανθρώπων που λέγονται πια έθνη πολεμούν ανάμεσά τους, νίκησαν τα Ζώα μα οι Ισχυροί κάθε αγέλης θεωρούν τους άλλους ακόμα πιθήκους και θέλουν όλοι τη δύναμη δίκη τους...
Και τότε κάποιοι Άνθρωποι κατάλαβαν πως ο αγώνας κρίθηκε, ο άνθρωπος ήταν νικητής και έτσι ο Νόμος έπαψε να ισχύει. Είπανε λοιπόν στους άλλους ανθρώπους πως δεν δικαιούται επιβίωση μόνο ο ισχυρός, αλλά πως είμαστε όλοι ίσοι, και μάλιστα όχι μόνο εμείς οι άνθρωποι αλλά όλα τα πλάσματα γύρω μας. Επίσης είπανε πως η Δύναμη που κατακτήσαμε μέσα από τον Αγώνα για την επιβίωση μας φορτώνει με ένα βαρύ Χρέος, αφού πλέον καταργήσαμε τον αρχαίο πια Νόμο. Λέγανε αυτοί οι Άνθρωποι πως ξεκινάμε έναν νέο αγώνα, έναν νέο αγώνα να επουλώσουμε τις πληγές των επιζησάντων, ζώων και ανθρώπων, της μακρόχρονης πάλης, έναν νέο αγώνα για να επουλώσουμε τις πληγές της ίδιας της Μάνας Φύσης που έδωσε το κορμί της για αρένα, να εξελιχτεί ο Άνθρωπος σε κάτι ανώτερο, να σπάσει το ζωικό φράγμα, να γίνει Άντρας και προστάτης της Φύσης, προστάτης κι Αδερφός των ζώων.
Αλλά οι Ισχυροί των αγελών φοβούμενοι πως θα χάσουν τα πρωτεία που κρατάνε όλοι οι ισχυροί, τους είπανε στην αρχή ονειροπαρμένους, τρελούς. Μα σαν είδαν και τα άλλα τα ανθρωπάκια που άρχισαν να πείθονται, ξεκίνησαν να κυνηγάνε αυτούς τους Ανθρώπους με τις παράξενες ιδέες... Και θύμισαν στις αγέλες τον πανάρχαιο Νόμο και μάλιστα τους έπεισαν με τη Δύναμη τους πως αυτός ισχύει ακόμα, πως είναι σωστό κι ας είναι άδικο ο Ισχυρός να πατάει τον ανίσχυρο, τους είπανε μάλιστα πως αυτό είναι προς το συμφέρον της αγέλης! Και πολλοί μες τις αγέλες πειστήκανε και πνίγηκε η ελπίδα για ειρηνικό και δίκαιο κόσμο, κι άρχισε το μεγάλο Πισωγύρισμα...


Ναι αλλά αυτό το Πισωγύρισμα που επέβαλαν οι Ισχυροί, είναι μια τρομακτική Ύβρις προς τη μεγάλη Μάνα, που σαν έπαθλο του παλιού αγώνα έδωσε το Χρέος. Και αυτή η Ύβρις ,αυτή η αλαζονεία προς όλα από τους Ισχυρούς σκοτώνει την ίδια τη Γη, παρασύροντας στο χαμό όλους, Ανθρώποις, ανθρωπάκια, ζώα και τους ισχυρούς τους ίδιους...

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Προπόνηση;


Ο ελληνικός στρατός σε ανοικτό διαγωνισμό αναζητά προμηθευτή κλομπ, ασπίδων, δακρυγόνων, κτλ. δηλαδή όπλα καταστολής πλήθους Μετά από σχετική ερώτηση του Αλαβάνου στη βουλή διευκρινίστηκε απο την κυβέρνηση πως θα χρησιμοποιηθούν από Έλληνες στρατιώτες που θα συμμετέχουν στη διεθνή αστυνομία στο Κόσοβο.. Πριν από λίγο καιρό είχαν έρθει στην επιφάνεια δημοσιεύματα για προετοιμασία του στρατού στις ΗΠΑ για αντιμετώπιση εσωτερικών κινδύνων.. Σαν να παραχοντραίνει το παιχνίδι τελευταία, μου φαίνεται
Οι στρατοί της Ευρώπης ξεκινάνε "προπόνηση" στο Κόσοβο, για "αγώνες" που θα έρθουν στο μέλλον Και δεν μπορώ να αναρωτηθώ ένα πράγμα οι φαντάροι που θα πάνε να στελεχώσουν την διεθνή αστυνομία στο Κόσοβο δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο σκοπός της "μεταπτυχιακής" τους εκπαίδευσης;
Δεν θέλω να κινδυνολογήσω, σκέψεις κάνω απλά με τρομάζει η ιδέα στο μέλλον εκτός από τους φυλακές της τάξης, να κληθούν να και οι ταλαίπωροι φύλακες των συνόρων να καταστείλουν τον κόσμο
Free Hit Counter