Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Ο Πύργος


Ο Πύργος

Μια φορά και έναν καιρό στη Χωρα του Ραγιά ήταν ένας Πύργος. Ένας Πύργος που χτιζότανε χρόνια πολλά, τόσα πολλά που οι Ραγιάδες δεν θυμόταν, κάποιοι έλεγαν μάλιστα πως ξεκίνησε το σήκωμα του μόλις φύγαν οι Αγαρηνοί, και οι Ραγιάδες γίνηκαν από δούλοι λεύτεροι κατά πως συνήθιζαν να αποκαλούν τον εαυτό τους.

Τον Πύργο αυτό τον έχτιζαν δυο ομάδες από Μαστόρους παλιούς, οι Βενετοί και οι Πράσινοι, πότε η μια ομάδα πότε η άλλη. Την εναλλαγή τους στο χτίσιμο την αποφάσιζαν οι Ραγιάδες ρίχνοντας σε κάλπες πράσινα ή γαλάζια σφαιρίδια κάθε που έβλεπαν πως καθυστερούσε το χτίσιμο. Και κάτεχαν οι μαστόροι πολλά μυστικά της πέτρας, πίστευε ο κόσμος πως μόνο αυτοί ήξεραν από χτίσιμο καλό και πώς να φτιάσουνε μια οικοδομή αντάξια ολονών τους.

Μάζευαν λοιπόν οι Φορατζήδες των Διοικητών λεφτά από τους Ραγιάδες για να συνεχίζεται ο Πύργος και τους έλεγαν κι ολας πως σαν τελειώσει θα είναι δικός τους, κτήμα τους και θα μπορούν να μπαίνουν μέσα όλοι οι Ραγιάδες να τον χαίρονται. Έπειτα έπαιρναν οι Διοικητές τα λεφτά τα ΄διναν στους Μαστόρους και αυτοί πηγαίνανε στους Αρχόντους και αγόραζαν τα υλικά να φτιάξουν τον Πύργο. Μα οι Αρχόντοι θέλοντας να κερδίσουν περισσότερα άρχισαν από την αρχή να κάνουν ρεμούλες στα υλικά, να βάζουν σκάρτο πράγμα και να το πουλάνε για καλό, έδιναν και ένα διάφορο στους Μαστόρους να κάνουν τα στραβά μάτια και δεν το μαρτυράγανε αυτοί στους Ραγιάδες, έτσι και ο Πύργος καθυστερούσε και οι παραγγελίες συνεχίζονταν. Όλα καλά και άγια λοιπόν για τους Άρχοντες και τους Μαστόρους, τόσο καλά που με τα χρόνια θέριεψαν κι άλλο οι Άρχοντες γινήκανε τρανοί, και οι Μαστόροι αφού είδαν πως σύμφερε η ρεμούλα έκαναν με τον καιρό ανθρώπους δικούς τους και τους διοικητές, μάλιστα από κάποια στιγμή και μετά δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τον μάστορα από το διοικητή και οι Ραγιάδες είχαν πια μπερδευτεί μα συνέχιζαν να πληρώνουν και να κοιτάζουν με ελπίδα τον Πύργο.

Οι Άρχοντες μια και θελαν να βγάλουν πιο πολλά φώναξαν τους Μαστόρους και στήσαμε ένα κόλπο, να βγάζουν λέει κομμάτια από τα χαμηλά του πύργου και μ΄αυτά να τον ψηλώνουν προς τα πάνω, και όχι μόνο αυτό αλλά να συνεχίσουν να μαζεύουν φόρους από τους Ραγιάδες να μοιράζονται τα κλεψιμαίικα, και να κάνουν τάχα πως ακόμα οι μεν μαστόροι παραγγέλλουν υλικά οι δε αρχόντοι πως τα δίνουν. Μα οι Μάστοροι αντιγύρισαν ότι θα φανεί και ακόμα και αν το κρύψουν, ο Πύργος δεν θα είναι σταθερός, και τότε απάντησαν οι Άρχοντες: «Αυτή είναι η εξυπνάδα του σχεδίου, να ξέρουν οι Ραγιάδες πως ο Πύργος δεν είναι πια σταθερός, να φοβούνται, να τρέμουν για το μελλοντικό τους σπίτι, και να πειστούν ότι μόνο δίνοντας περισσότερα σε μας θα χτιστεί…» Ένας μάστορας ρώτησε όμως τι θα γίνει αν θυμώσουν οι ραγιάδες για την κατάντια του Πύργου, όπως θα τον κάνουμε με τα μπαλώματα μας; Πώς να τους κουμαντάρουμε; «Είναι απλό » ξανάπε ο Άρχοντας «αφού τον χτίζετε με τη σειρά πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ας κατηγοράει αυτός που χτίζει τον προηγούμενο, κι αυτός αυτόν που χτίζει, έτσι κι αλλιώς ξέρουν να χτίζουν οι Ραγιάδες; Όχι, άρα σας έχουν ανάγκη…» Άκουσαν οι Μαστόροι το λόγο του Άρχοντα, είδαν καινούριες ρεμούλες, καινούρια κλεψιμαίικα και σαν να τους καλάρεσε η ιδέα, συμφώνησαν. Κάποιος νέος μαστοράκος πήγε να πει πως ήξερε Ραγιάδες που μπορούσαν να χτίσουν, και ίσως να τους έδιωχναν ή ακόμα χειρότερα να έφτιαναν άλλον Πύργο, μα οι υπόλοιποι μαστόροι με τα στόματα γεμάτα σάλια στην ιδέα και μόνο του επικείμενου φαγοποτιού τον έκαναν να σωπάσει.

Έτσι αυτός ο Πύργος χτίζεται ως τις μέρες μας με το υστέρημα των Ραγιάδων, χιλιομπαλωμένος, ετοιμόρροπος, ερείπιο, και στη βάση του δεν έχει παρά μόνο κάτι πετρούλες, που αν φύγουν, με ένα σπρωξιματάκι ή μια πετριά πιτήδεια ριγμένη θα σκορπίσει συθέμελος και θα γεμίσει ο τόπος σκόνες και χώματα.

Τώρα τελευταία μάλιστα ένας νέος μελαγχολικός με θυμωμένα ματιά κοιτούσε τον Πύργο κάθε ηλιοβασίλεμα και ζύγιαζε μέσα του μια απόφαση, τη συζητούσε με έναν τρελό προφήτη στη φαντασία του, και του λέγε στο μυαλό του ο προφήτης χαμογελώντας: «αυτό που παραπαίει μην το στηρίζεις, άστο να πέσει, βοήθα το να πέσει και συ, αν τολμάς, γκρέμισε το! » Τα μάτια του αγοριού έλαμψαν παράξενα σαν να χαίρονταν, σαν να λυπόταν, έβλεπες το χάος μέσα τους και άστρα να χορεύουν χαρούμενα… Και έβγαλε από τη σχολική του τσάντα μια σφεντονά…

Free Hit Counter